Monday, July 20, 2015

Is there any alternative?

Η πραγματικότητα όπως μας την παρουσιάζει η κυβέρνηση Τσίπρα
(αγνοώντας πλήρως το αριστερό μέρος της φωτογραφίας)
Η "απότομη στροφή"  της πολιτικής της κυβέρνησης και του λόγου διάφορων κυβερνητικών αλλά και κομματικών στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ που πλέον σπεύδουν να δικαιολογήσουν το μνημόνιο, σε συνδυασμό με τις επιθέσεις σε στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ που αρνούνται να το κάνουν έχει σοκάρει μεγάλο μέρος του κόμματος του ΣΥΡΙΖΑ καθώς και την πλειοψηφία των ψηφοφόρων του.

Παρόλα αυτά, οι βάσεις της μετάλλαξης του ΣΥΡΙΖΑ (ή πιο ορθά της κυβέρνησης) σε κόμμα το οποίο υποστηρίζει μνημονιακή πολιτική  είχαν μπει ήδη εδώ και χρόνια ή μήνες πριν και είχαν πολλές φορές προοικονομηθεί από προβεβλημένα στελέχη της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ ή της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ (ή πιο ορθά της συγκυβέρνησης Τσίπρα - Καμμένου), με πρώτο - πρώτο τον πρόεδρό του, ο οποίος συνήθως σηματοδοτούσε την έναρξη κάποιου τέτοιου βήματος με κάποια δήλωσή, συνέντευξη ή "επίσκεψή" του.

Θα μπορούσε κανείς να διαχωρίσει τα θεμέλια της μετάλλαξης, σε τρία βασικά, τα οποία διαπλέκονται και αλληλοεπηρρεάζονται:

1) Η απώλεια της ταξικής αναφοράς και της ταξικής "αντίληψης" (που οδήγησε και στην εγκατάλειψη των "μονομερών ενεργειών του προγράμματος της ΔΕΘ") όπως η εγκατάλειψη και η αντικατάσταση της με την "εθνική αφήγηση" (η Ελλάδα εναντίον της Γερμανίας) μπορούσε να δικαιολογήσει την "εθνική ενότητα" και άρα κινήσεις όπως την πρόταση του Παυλόπουλου για Πρόεδρο της Δημοκρατίας (που αργότερα απείλησε να ρίξει την κυβέρνηση) το συμβούλιο των πολιτικών αρχηγών μετά το δημοψήφισμα (που οδήγησε σε περαιτέρω "υποχωρήσεις" ως προς τα ζητούμενα στη διαπραγμάτευση).

2) Η μετατροπή του ΣΥΡΙΖΑ σε αρχηγοκεντρικό κόμμα (που είχε ξεκινήσει από το ιδρυτικό συνέδριό του που ο Τσίπρας "λατρεύτηκε" με χειροκροτήματα και επευφημίες) με την ανάδειξη του Τσίπρα ως "αδιαμφισβήτητου ηγέτη του κόμματος και του ελληνικού λαού" δημιούργησε ένα ισχυρό ρεύμα εκτός και εντός κόμματος υποστήριξης του προέδρου/πρωθυπουργού σε όλες του τις κινήσεις που ακόμη και σήμερα καλά κρατεί (παρά τις απώλειες που έχει υποστεί).Αυτή η μετατροπή  είχε ως αποτέλεσμα αφενός την αδιαφορία σε διάφορες διολισθήσεις αφού ο "Τσίπρας είναι ο Τσίπρας" μέχρι και την ισχυρή θεώρηση ότι "αφού εφαρμόζει ο Τσίπρας μνημόνιο, θα είναι καλό μνημόνιο".
Είχε ως αποτέλεσμα επίσης το να υπάρχει ακόμη και σήμερα η δυνατότητα, ακόμη και η Κ.Ε. του κόμματος να αγνοείται ακόμη μπροστά σε σημαντικές αποφάσεις, μετατρέποντάς τις σε αποφάσεις του ίδιου.

3)Η  συνεχής αναφορά από διάφορα στελέχη "στο ρεαλισμό". Που δεν σημαίνει τίποτα άλλο από την "απόσυρση της εμπιστοσύνης στην εργατική τάξη και στους αγώνες της"  και  ως εκ τούτου την υποταγή σε μία λογική "αστικής κυβερνησιμότητας", δηλαδή "διαχείρισης της υπάρχουσας κατάστασης".

Με το να κινείται στα υπάρχοντα κυβερνητικά και θεσμικά πλαίσια, έχοντας προφανώς αυταπάτες για τις δυνατότητες που αυτά παρέχουν (πχ. δυνατότητα κερδοφόρας διαπραγμάτευσης με την Ευρωζώνη που θα επέτρεπε την εφαρμογή ενός φιλολαϊκού προγράμματος στην Ελλάδα) η κυβέρνηση ακολούθησε μια σειρά από υποχωρήσεις με τελικό στάδιο την αποδοχή και την εφαρμογή μνημονίου, το οποίο δικαιολογήθηκε με μια έκφραση που είχε πρωτοεισάγει η Margaret Thatcher: "Δεν υπάρχει εναλλακτική - There is no alternative".

Και πράγματι, δεδομένων των επιλογών της κυβέρνησης, δεν υπήχε: σε έναν αρνητικό συσχετισμό δυνάμεων με την τρόικα (υποστηριζόμενη από σύνολο των Υπουργών Οικονομικών της ΕΕ) να θέλει να επιβάλλει λιτότητα στην Ελλάδα, η μόνη ελπίδα για μια "εναλλατική πορεία" θα ήταν η στήριξη στον κόσμο της εργασίας της Ελλάδας (αλλά και διεθνώς) και στη δύναμή του που οδήγησε τα τελευταία πέντε χρόνια στην πτώση των τελευταίων δυο - τριών κυβερνήσεων.

Η κυβέρνηση επέλεξε να πετάξει αυτό το τεράστιο όπλο που είχε στα χέρια της στα σκουπίδια, χωρίς καν να το χρησιμοποιήσει, αρχίζοντας από την σαφή παραίτηση από ενέργειες ταξικής μονομέρειας (π.χ.  παραίτηση από την αύξηση του κατώτερου μισθού στα 751 ευρώ ήδη από την εκλογή της) και φτάνοντας στο σημείο να αγνοήσει την στήριξη που υποδήλωνε το 61,3%  που πήρε το ΟΧΙ στο δημοψήφισμα στις 5 Ιούλη. Μια στήριξη που θα απολάμβανε η ίδια σε περίπτωση που δεν εφάρμοζε νέα μνημόνια.

Με την νέα τροπή των πραγμάτων, πολλοί σπεύδουν να χαρακτηρίσουν την ψήφιση των μνημονίων από μια κυβέρνηση που έχει εντυπωθεί στα μάτια του κόσμου ως "κυβέρνηση της αριστεράς" ως το πιο καταστροφικό γεγονός.

Στην πραγματικότητα, αν και σε υλικό επίπεδο έχουν δίκιο, μιας και τα ανακοινωθέντα μέτρα είναι αβάσταχτα, το πιο καταστροφικό γεγονός που σχετίζεται με την εφαρμογή των μνημονίων δεν είναι η εφαρμογή τους αυτή καθαυτή. Ούτως ή άλλως, η εφαρμογή ενός μνημονιακού προγράμματος ήταν λίγο ως πολύ δεδομένη και σε περίπτωση ύπαρξης κάποιας άλλης κυβέρνησης.

Το πιο καταστροφικό γεγονός δεν είναι άλλο από αυτήν ακριβώς την προαναφερθείσα μετάλλαξη της κυβέρνησης και τουλάχιστον ενός κομματιού του ΣΥΡΙΖΑ. Το πιο καταστροφικό γεγονός δεν είναι άλλο από την προσχώρηση μιας "κυβέρνησης της αριστεράς" στο δόγμα "There is no alternative".

Με την προσχώρηση αυτή, ουσιαστικά η κυβέρνηση ανακοινώνει δημόσια στον κόσμο που την ψήφισε ότι δεν υπάρχει εναλλακτικός δρόμος άσκησης πολιτικής πέρα από την εφαρμογή μνημονίων: έτσι ακυρώνει τον ίδιο της τον εαυτό. Ακυρώνει την "εναλλακτική πολιτική πρόταση" που είχε προβάλλει προεκλογικά ο ΣΥΡΙΖΑ και ακυρώνει, στα μάτια της κοινωνίας, γενικώς την ύπαρξη  "αριστερής πολιτικής" σε κυβερνητικό επίπεδο.

Ουσιαστικά, η κυβέρνηση και διάφορα κομματικά στελέχη, με το να διατρανώνουν ότι "δεν είχαμε εναλλακτική" υποδηλώνουν ότι οποιαδήποτε δύναμη και να βρίσκεται στην κυβέρνηση στην Ελλάδα, όποια κατεύθυνση και αν έχει, είναι αναγκασμένη να εφαρμόζει μνημόνια. Αυτό σε πρώτο επίπεδο, ουσιαστικά ακυρώνει τις διαφορές μεταξύ δεξιάς και αριστεράς, κάνοντας δυνατή τη συνταύτιση και της αριστεράς με την εφαρμογή μνημονιακών πολιτικών.

Σε δεύτερο επίπεδο, μπορεί να οδηγήσει στην εμπέδωση του "There is no alternative" στα μάτια της κοινωνίας, γεγονός το οποίο είναι και το πιο επικίνδυνο απ' όλα.
Γιατί, ακόμη και αν δεχθούμε ότι οποιαδήποτε κυβέρνηση και να είχαμε θα εφάρμοζε μνημόνια, το πιο επικίνδυνο απ' όλα θα ήταν να δεχθούμε ότι αυτά τα μνημόνια εφαρμόζονται γιατί δεν υπάρχει καλύτερος δρόμος. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να σημάνει την απώλεια του κινήτρου για αγώνα και αντίσταση στο νέο μνημόνιο, μιας και το νέο μνημόνιο είναι "ό,τι καλύτερο μπορεί να γίνει".

Βέβαια, το πιθανότερο είναι ότι η έντονη φτωχοποίηση που θα προκαλέσει η εφαρμογή των πρώτων μέτρων, θα πυροδοτήσει έντονες αντιδράσεις στους "από κάτω".
Και ο κόσμος που αντιδρά στο τέλος θα αναζητήσει κάποια πολιτική έκφραση (όπως συνέβη και με το κίνημα των πλατειών του 2011).

Δυστυχώς, το μόνο κοινοβουλευτικό και (άρα μαζικό) κόμμα που δεν έχει ταυτιστεί με την εφαρμογή μνημονίων και εμφανίζει μια ψεύτικη αλλά σταθερή εναντίωση στα μνημόνια δεν είναι άλλο από τη Χρυσή Αυγή.
(Θα μπορούσε κανείς να προσθέσει και το ΚΚΕ, μόνο που το ΚΚΕ τα τελευταία πέντε χρόνια έχει επιλέξει μία φοβική στάση απέναντι στα αυθόρμητα κινήματα όπως και να μην δίνει άμεσες πολιτικές απαντήσεις στα ερωτήματα που μπαίνουν βίαια από τον κόσμο, παραπέμποντας τα πάντα στο μακρινό μέλλον των ώριμων σοσιαλιστικών συνθηκών.
 Συν, ότι το ΚΚΕ θεωρείται, στα μάτια του κόσμου, αριστερό κόμμα και σε περίπτωση εφαρμογής "αριστερού μνημονίου", η αριστερά στην Ελλάδα (και διεθνώς) θα έχει πληγωθεί ανεπανόρθωτα).

Σε αυτές τις συνθήκες, η απάντηση στο ερώτημα "υπάρχει εναλλακτική;" είναι επιτακτική. Ποιά είναι λοιπόν η απάντηση στο εν λόγω ερώτημα;

Πολλοί σύντροφοι και συντρόφισσες του ΣΥΡΙΖΑ, σοκαρισμένοι από την μετάλλαξη της κυβέρνησης και μέρους του κόμματους, σπεύδουν να πουν ότι χρειάζεται να "αναθεωρήσουμε τα πάντα". Ότι για το γεγονός ότι φτάσαμε ως εδώ φταίνει διάφορες βεβαιότητες που είχαμε, όπως "η διαπραγμάτευση στα πλαίσια της Ευρωζώνης" ή το ότι "η μετάβαση στη δραχμή δεν ήταν επιλογή".

Πράγματι, κάποιες βεβαιότητες ήταν καταστροφικές.
Αυτό όμως δεν πρέπει να οδηγήσει στην αναθεώρηση των πάντων. Αλλά στην αναθεώρηση των επιλογών που οδήγησαν την κυβέρνηση στην μετάλλαξή της, καθώς και τα θεμέλια τα οποία οδήγησαν σε αυτή την μετάλλαξη, τα κύρια εκ των οποίων περιγράφηκαν παραπάνω.

Επίσης, πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι στον πυρήνα του, το εγχείρημα ΣΥΡΙΖΑ δεν κατάφερε ποτέ να εκφραστεί κυβερνητικά: το πρόγραμμα της ΔΕΘ, το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, η πολιτική απόφαση του συνεδρίου αγνοήθηκαν και δεν βγήκαν ποτέ "στο φως της κυβερνητικής πρακτικής": οι κρατικοποιήσεις τραπεζών και επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας, η φορολογία του πλούτου, η αναδιανομή μέσω αυξήσεων, η διάθεση ρήξης που θα απαιτήσει τη στήριξη από τον κόσμο που στήριξε τον ΣΥΡΙΖΑ και ψήφισε "ΟΧΙ", στήριξη που απαιτεί την "μονομερή ταξική οπτική" για να κερδηθεί (δεν γίνεται και να μη ζητάς άδειες από το κανάλι του Μπόμπολα και να και έχεις τον κόσμο μαζί σου) παραμένουν επίκαιρες.

Τα αντίστροφα βήματα από αυτά που ακολούθησε η κυβέρνηση, δηλ. η μη - διαπραγμάτευση με την ΕΕ, η διασφάλιση της πραγματικής δημοκρατίας σε ένα κόμμα, ο ταξικός προσανατολισμός σε βάρος της "εθνικής συνεννόησης" παραμένουν έγκυρα βήματα.

Για να έχουν όμως όλα αυτά τα βήματα νόημα για το σύνολο της αριστεράς, για να μπορέσουν να ξαναποτελέσουν τον πυρήνα της πολιτικής έκφρασης στο μέλλον ή εναλλακτική προοπτική ενάντια στην προοπτική των μνημονίων στο σήμερα, πρέπει η αριστερά να μην "καεί" ως "ακόμη μια μνημονιακή δύναμη" (είναι εξαιρετικά δύσκολο να γίνει ο διαχωρισμός ΣΥΡΙΖΑ - υπόλοιπη αριστερά), πρέπει το "There is no alternative" να μην εμπεδωθεί στην κοινωνία.

Για αυτό, πρώτα και κυρίαρχα, πρέπει να γίνει κατανοητό στον κόσμο, ότι η πολιτική που ασκείται αυτή τη στιγμή, δεν είναι αριστερή πολιτική. Ότι δεν είναι ένα αριστερό κόμμα που έφτασε μέχρι εκεί, ούτε το πρόγραμμα του, αλλά η παράβαση του προγράμματος αυτού καθώς και της έννοιας "αριστερό κόμμα" από ένα μέρος του κόμματος αυτού.

Και αυτό, πρώτα και κύρια πρέπει να φροντίσει το αντιμνημονιακό και πλειοψηφικό κομμάτι του κόμματος ΣΥΡΙΖΑ να το κάνει δημόσια σαφές με κάθε τρόπο: κοινοβουλευτικά, σε επίπεδο κινήματος κ.α.

Monday, June 29, 2015

Τα φοβισμένα ανθρωπάκια


Όταν δεν έχεις κανένα λόγο να ελπίζεις και να ονειρεύσεαι,
έχεις γίνει η σκιά του εαυτού σου.
Πάντα με εκνεύριζαν τα φοβισμένα ανθρωπάκια.

Τα έβλεπες, να λουφάζουν στην ήσυχη γωνιά τους, σχεδόν έξω από τον κόσμο που ζει, αναπνέει, εξελίσσεται, αδιαφορώντας για αυτόν.
Σε κάθε προοπτική διαταραχής της μίζερης κανονικότητας (όχι απαραιτήτως της δικής τους), έβγαιναν έξω, σα σαλιγκάρια μετά από βροχή, και έκρωζαν: "και τί θα γίνει τώρα; πού θα πάμε; τί θα κάνουμε; πώς θα επιβεβιώσουμε; γιατί έγινε αυτό; τί θέλετε; ".

Ήταν εκείνα που σε κάθε πορεία, διαμαρτυρόντουσαν που έκλεινε ο δρόμος και φοβόντουσαν μήπως καεί κανάς κάδος ή σπάσει καμιά τράπεζα. Αλλά που στις επιθέσεις των ΜΑΤ με δακρυγόνα και γκλοπιές ποτέ δεν διαμαρτυρήθηκαν.

Ήταν αυτά που χλεύαζαν τους φοιτητές που έκαναν συνδικαλισμό. Αλλά που δεν έβγαλαν άχνα όταν αστυνομικοί συνέλαβαν φοιτητές στην Πρυτανεία.

Ήταν αυτά που όταν περνούσε ο Νόμος Διαμαντοπούλου τους ενοχλούσαν οι καταλήψεις.

Ήταν εκείνα που ρωτούσαν συνεχώς τί νόημα έχει η απεργία, τη στιγμή που μειωνόντουσαν οι μισθοί.

Ήταν εκείνα που διαμαρτυρήθηκαν πρώτη φορά όταν η Πρόεδρος της Βουλής παραπονέθηκε για την κλούβα που έκλεινε το δρόμο ή όταν αντεξουσιαστές πλησίασαν το περιστύλιο της Βουλής.
Αλλά όχι όταν καταλύθηκε το άσυλο.

Είναι εκείνα που έχουν πάψει από καιρό να ονειρεύονται.
Που έχουν αποδεχθεί την γκρίζα καθημερινότητα ως μοναδική επιλογή.
Και κάθε χρώμα που διατάραζει το γκρίζο τα κάνει να ανησυχούν.


Είναι αυτά που το να ψηφίσει ο λαός όχι σε νέο μνημόνιο, τα φοβίζει περισσότερο από τα καινούρια μέτρα.
Είναι αυτά που προτιμούν την αργή σίγουρη καταστροφή από μια προσπάθεια για το σταμάτημά της με όχι -και τόσο σίγουρη συνέχεια.

Και δεν μιλάω για τους εργαζόμενους, οικογενειάρχες, μισθωτούς που δείχνουν κάποιον προβληματισμό επειδή επηρρεάζονται (με λάθος τρόπο κατά τη γνώμη μου) από την καλοπροαίρετη σκέψη της επιβίωσης της οικογένειάς τους

Μιλάω για τους έχοντες.
Μιλαω για εκείνους που αντιμετωπίζουν τη ζωή ως μια μοίρα επιβεβλημένη από τρίτους.
Την πολιτική ως τεχνοκρατική διαδικασία.
Και την πιθανότητα της συμμετοχής του λαού στη διαμόρφωση του μελλοντος ως καταστροφή.
Πάντα τέτοιοι ήταν οι πιο φοβισμένοι.


Την Κυριακή θα ψηφίσω "ΟΧΙ".
Θα είμαι ειλικρινής. Δεν θα το παίξω "ήρωας".
Δεν πεινάω.
Μα ούτε και φοβάμαι.

Θα ψηφίσω "ΟΧΙ" γιατί οι  αγώνες, αυτοί που τα φοβισμένα ανθρωπάκια και τα παπαγαλάκια πολλές φορές επικαλούνται και λένε ότι "σέβονται" όταν μιλάνε για "δημοκρατία" -αντιμετωπίζοντας τους βέβαια ως απαρχαιωμένα μνημεία, ως αξιοθέατα του παρελθόντος- παραμένουν ζωντανοί  και επίκαιροι μέχρι και σήμερα.

Και εκείνοι οι αγώνες, οι συγκλονιστικοί αγώνες που μας έχουν χαρίσει δυο - τρεις ελευθερίες που επιβιώνουν μέχρι και  σήμερα  (ναι, αυτοί μας τις χάρισαν, δεν χαρίστηκαν μόνες τους) επιτάσσουν την προοπτική για ένα ανεξέλεγκτο ταξίδι με πιθανό προορισμό έναν καλύτερο κόσμο και όχι το λούφαγμα και το κούρνιασμα στην βέβαιη προοδευτική καταστροφή της χώρας.

Δεν φοβάμαι λοιπόν, γιατί αν όλοι εκείνοι που αγωνίστηκαν στο παρελθόν είχαν φοβηθεί,
τώρα δεν θα είχα κατι για να φοβάμαι.

Δεν φοβάμαι γιατί στο δίλημμα "ζωή ή επιβίωση" έχω διαλέξει το πρώτο.

Thursday, June 25, 2015

Για μία διαλεκτική προσέγγιση της καλυτέρευσης των ζωών μας




Ο γενικός δρόμος προς την γενική απελευθέρωση για να είναι
γενικά καλύτερα από γενικά χειρότερα. Γενικώς μιλώντας.

Στην, καθομολουγωμένως, ενδιαφέρουσα συνάντηση της ψυχολογίας με την αριστερά, ένα κομμάτι διανοουμένων επηρρεασμένο από την λακανική προσέγγιση, χρησιμοποιεί το εργαλείο της ψυχολογίας και της ψυχανάλυσης προκειμένου να τεκμηριώσει την απάντηση  στο ερώτημα του γιατί "οι προλετάριοι στρέφονται ενάντια στο ιστορικό συμφέρον τους", δηλαδή στην απελευθέρωση της τάξης τους και στην μετάβαση στο σοσιαλισμό (το τι ακριβώς εννοεί ο καθένας με αυτό είναι άλλο θέμα).

Με πιο απλά λόγια δηλαδή, διερευνάται το ποιοί είναι οι ψυχολογικοί λόγοι για τους οποίους οι εργαζόμενοι δεν στρατεύονται στην υπόθεση του σοσιαλισμού και συνεχίζουν να υφίστανται ένα καθεστώς εκμετάλλευσης, ψηφίζοντας για παράδειγμα αστικά κόμματα κ.α.α

Αν και δεν τάσσομαι υπέρ της ανάλυσης κοινωνικών φαινομένων με ψυχολογικούς όρους, πόσω μάλλον όταν αυτοί σχετίζονται τόσο πολύ με το άτομο αυτό καθαυτό, ισχύει το εξής:

η ζωή είναι, αντικειμενικά, δύσκολη. Η καλυτέρευσή της, σε κάθε επίπεδο, από μικρά πράγματα της καθημερινότητας μέχρι τα μεγαλύτερα (που προφανώς είναι διαλεκτικά αλληλένδετα) είναι μια εξελιτική πορεία, που γίνεται βήμα το βήμα.

Η πορεία αυτή και τα βήματά της δεν προκύπτουν κάπως αλλιώς πέρα από τις συνεχείς συγκρούσεις του υπαρκτού με το επιθυμητό (όπως "επιτάσσει" και η διαλεκτική):  της κατάστασης που βρισκόμαστε με την κατάσταση στην οποία επιθυμούμε να φτάσουμε. Η δυναμική που δημιουργείται μέσα από τις παραπάνω αντιφάσεις, είναι αυτή που ωθεί τη συγκεκριμένη πορεία τη συγκεκριμένη διαδρομή. Χρησιμοποιώντας ένα "πεζό" παράδεγιμα, μία αύξηση μισθού σε έναν κλάδο εργαζομένων προέρχεται από τη σύγκρουση που προκύπτει από τους αγώνες εκείνων των εργαζομένων που πρώτα και κύρια επιθυμούν μεγαλύτερο μισθό, με την κατάσταση στην οποία παίρνουν συγκεκριμένο μισθό και αυτούς τους οποίους τη διατηρούν.

Είναι προφανές ότι για να ξεκινήσει και να συνεχιστεί μια τέτοια πορεία, μια πορεία της κοινωνίας και του κάθε ατόμου ταυτόχρονα, έναν σημαντικό παίζουν οι ενέργειες του κάθε ατόμου, μιας και η κοινωνία δεν είναι τίποτα άλλο από ένα οργανωμένο σύνολο ατόμων.

Εχει τεράστια σημασία λοιπόν, η αγωνία του καθενός για την καλυτέρευση της ζωής σε κάθε επίπεδο: έχει σημασία η μη - υποταγή στα κυρίαρχα πρότυπα, έχει σημασία η απόρριψη ενός βίαια "δοσμένου ρεαλισμού", η απόρριψη της εμπέδωσης της ανικανότητας του (μας) για κάτι διαφορετικό.
Έχει σημασία η απόρριψη της ήδη υπάρχουσας κατάστασης ως μοναδικού και αναγκαίου δρόμου, είτε μιλάμε για το οικονομικό σύστημα, είτε μιλάμε για τις συνθήκες εργασίες, είτε μιλάμε για μία φιλική ή ερωτική σχέση.

Προφανώς αν δεν πιστέψεις ότι κάτι δεν είναι εφικτό, αν δεν κινητοποιηθείς για αυτό το κάτι, τότε αυτό το κάτι δεν πρόκειται να γίνει. Τότε δεν θα δημιουργηθούν εκείνες οι δύο καταστάσεις και η μεταξύ τους αντίφαση, δεν θα υπάρξει καν η δυναμική μιας οποιαδήποτε "αλλαγής". Η αποδοχή δηλαδή μιας οποιαδήποτε δυσάρεστης κατάστασης ως "αντικειμενική πραγματικότητα", η αναπαραγωγή της νοοτροπίας "έτσι έχουν τα πράγματα, τί να κάνουμε;" οδηγεί ακριβώς στην ανυπαρξία καλύτερης προοπτικής.

[Κενή παράγραφος για εισαγωγή επιχειρημάτων υπεράσπισης της συμφωνίας]

Όπως λένε άλλωστε, για να πετύχεις το εφικτό, πρέπει να ονειρευτείς το ανέφικτο.

Φτηνά Τσιγάρα: μια προσπάθεια ανάλυσης

Ανεξαρτήτως της πορείας διαπραγματεύσεων και πολιτικών εξελίξεων, μιας
και καλοκαίριασε (και ταιριάζει), μια προσπάθεια ανάλυσης - εξήγησης σε όσους
εκείνους έχουν δει την ταινία του Χαραλαμπίδη και αμφισβητούν
ή αμφιβάλλουν για την ποιότητά της (ή και για την ίδια την ιστορία της).
ΠΡΟΣΟΧΗ: AKOΛΟΥΘΕΙ ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ
(ΣΣ.: ΕΝΝΟΕΙ SPOILERS)

Στιγμές. Και γόπες. Σβησμένα αποτσίγαρα που "αποθηκεύουν" τις στιγμές. Γόπες - αναμνήσεις στιγμών που πέρασαν. 

Συλλογή γοπών. Συλλογή στιγμών από τον καφετζή της ταινίας, και περιγραφή τους από τον σκηνοθέτη της.

Φτηνά Τσιγάρα.

Μία ταινία που περιγράφει μια διαδρομή. Τη διαδρομή της αγάπης, του έρωτα γενικώς.  Και τη διαδρομή μιας σχέσης μεταξύ ενός άντρα και μιας γυναίκας ειδικώς.


Μέσα από μια  γνωριμία ενός άντρα και μιας γυναίκας και την εξέλιξη αυτής ως κύριο "ελατήριο" της ταινίας, καθώς και την ύπαρξη και τους διαλόγους των δευτερευόντων χαρακτήρων, ο Ρένος Χαραλαμπίδης μας δίνει τη δικιά του ματιά, για διάφορες πτυχές και μορφές μιας ερωτικής σχέσης ή των ερωτικών σχέσεων γενικότερα.

Ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί τις αλλαγές σκηνών, τα χρονικά άλματα, για να ξετυλίξει ένα κουβάρι, να αφηγηθεί μία ιστορία, που στην πραγματικότητα, δεν είναι μία αλλά πολλές: η ιστορία του έρωτα, της ερωτικής σχέσης και ο τρόπος με τον οποίο την προσεγγίζουν διάφοροι τύποι ανθρώπων.

Κύρια έννοια της ταινίας και της αφήγησης, δεν είναι άλλη από αυτή της αναζήτησης: η αναζήτηση της άμεσης απόλαυσης μέσω της αυτοϊκανοποίησης (όπως περιγράφεται από τον χαρακτήρα που παίζει ο Τσάκωνας σε σκηνή στο καφέ), η  αναζήτηση του πάθους και της ικανοποίησης της της αυτοεκτίμησης (από τη γυναίκα ενός ζευγαριού που τα "φτιάχνει" με τον γυμναστή της Τέλη που την αποκαλεί "μουνάρα") η αναζήτηση  της ανάμνησης του παρελθοντικού και πλέον εξιδανικευμένου μαθητικού έρωτα (η "Βασούλα" που ψάχνει ο Μανώλης με τη ντουντούκα στο μπαλκόνι του, που αν και πλέον παχύσαρκη και μη - επυθυμητή, έχει χαρακτεί ανεξίτηλα στην μνήμη του).
Και τέλος, η πιο σκληρή και δύσκολη αναζήτηση, η κύρια υπόθεση της ταινίας: η αναζήτηση της πρωταγωνίστριας από τον πρωταγωνιστή, που δεν είναι τίποτα άλλο από την αέναη αναζήτηση του έρωτα, της σύναψης μιας ερωτικής σχέσης.

Η ταινία ξεκινάει με μία ανεκπλήρωτη επιθυμία: την ανεκπλήρωτη επιθυμία του Νίκου (Ρένος Χαραλαμπίδης) που απευθύνεται τη Σοφία (Άννα Μαρία Παπαχαραλάμπους), την ανεκπλήρωτη επιθυμία ενός οποιουδήποτε άντρα προς μια γυναίκα ,"πως θα 'θελε τόσο πολύ να την εντυπωσιάσει".
Συνεχίζει με μια παραδοχή: "ότι η μοναδική τους συνάντηση ήταν ξαφνική και σύντομη, σαν μια μπόρα"

Πράγματι, στη συνέχεια, περιγράφεται η πρώτη συνάντηση του Νίκου με τη Σοφία: δυο διπλανά καρτοτηλέφωνα στα οποία βρίσκονται ο καθένας για τους δικούς του λόγους και η προσέγγιση της Σοφίας από το Νίκο. Ο Νίκος, καλώντας το καρτοτηλέφωνο της Σοφίας από το δικό του, θέτει στη Σοφία ένα φανταστικό πρόβλημα: την μεταφέρει σε ένα υποθετικό μέλλον, στο οποίο η Σοφία όντας παντρεμένη, αμφισβητεί την πορεία της ζωής της και τις μέχρι τότε επιλογές της. "Και αν", της λέει, "αναρωτηθείς τότε αν εκείνος ο  τύπος στο καρτοτηλέφωνο που του είπες όχι ήταν ο άντρας της ζωής σου;"
"Άσε με να αποδείξω πως δεν είμαι αυτός", της λέει, καταστρέφοντάς απότοτομα ένα εξειδανικευμένο αλλά πολύ συνηθισμένο σενάριο, που δημιουργούν όλοι οι άνθρωποι όταν συνηθίζουν να αναπολούν το παρελθόν και όλα όσα εκείνα τελικά δεν τόλμησαν.
Τα Φτηνά Τσιγάρα μας μπάζουν γρήφορα στα βαθιά, παρουσιάζοντας ένα "φιλοσοφικό ζήτημα",  από τα πολλά με τα οποία καταπιάνεται η χαρακτηρισμένη -λαθεμένα- από πολλούς "αστεία" ή "cult" ταινία.

Η ανάγκη της Σοφίας για ένα τηλεφώνημα και η πρόταση του Νίκου "για ανταλλαγή λίγων μονάδων με μια βόλτα μέχρι το επόμενο καρτοτηλέφωνο" κάνει τη γνωριμία τους να έχει συνέχεια.

Η οποία γνωριμία, μέσα από μια νυχτερινή βόλτα στο άδειο κέντρο της Αθήνας, περιγράφεται στην ταινία με διαλείμματα: τα διαλείμματά αυτά ασχολούνται με το καφέ στο οποίο συχνάζει ο Νίκος και τους θαμώνες του ή τη σχέση του Νίκου με έναν περίεργο κακοποιό, ονόματι Μιχάλη, και τις "παρέες του" (πουτάνες και μαφιόζοι).

Μέσα από την παράθεση καρικατούρων, ο Χαραλαμπίδης παρουσιάζει ουσιαστικά καθημερινές καταστάσεις, απόψεις και ενέργειες ανθρώπων (πολλές φορές και του ίδιου ανθρώπου) σε σχέση με τον έρωτα. Η αναζήτηση για μία "επιφανειακή" σχέση, η "άρνηση της ερωτικής επιθυμίας για χάρη της φιλοσοφίας" οι "άτσαλες" προσπάθειες ενός άνδρα να προσεγγίσει μια γυναίκα μέσω τηλεφώνου, οι επευφημίες, οι συμβουλές, η κριτική των τρίτων.

Παράλληλα, η γνωριμία του Νίκου και της Σοφίας εξελίσσεται στη διάρκεια μιας νύχτας.
Η γνωριμία τους περνάει από όλα εκείνα τα στάδια της πρώτης γνωριμίας ενός άνδρα με μία γυναίκα: οι πρώτες προσπάθειες του άνδρα ώστε να έρθουν πιο κοντά συναντούν την υπεροψία και τις ψυχρές αντιδράσεις μιας αρχικά "αδιάφορης" γυναίκας (η οποία όπως αναφέρεται και στην αρχή, είναι ήδη σε σχέση). Τα πρώτα "ανοίγματα" της καρδιάς του ζευγαριού, ο πρώτος τσακωμός, το πρώτο περπάτημα δίπλα - δίπλα, κάνουν όλα την εμφάνισή τους.

Η γνωριμία τους κορυφώνεται το ξημέρωμα σε μια καντίνα στον Λυκαβηττό, όπου η Σοφία κλείνει τα μάτια του Νίκου, απλώνεται σιωπή, ο ένας ψηλαφίζει τον άλλο (σωματικά και ψυχικά), με τα πρόσωπά τους να ακουμπούν, στην πιο τρυφερή και "εσωτερική" στιγμή του ζευγαριού.

Το ξημέρωμα σηματοδοτεί το τέλος της νύχτας, το τέλος της γνωριμίας.
Σαν μια πολύ φυσιολογική συνέχεια, η Σοφία αναρωτιέται "πώς θα χωρίσουμε;":  πράγμα που αναφέρεται αφενός στον φυσικό αποχωρισμό (δηλ. στο τέλος της νυχτερινής τους βόλτας) και αφετέρου -νομίζω- στον χωρισμό του συγκεκριμένου  (ή γενικά ενός οποιοδήποτε) ζευγαριού.
Ο Νίκος της απαντά "όπως συναντηθήκαμε". Όπως άλλωστε συμβαίνει και με όλες τις σχέσεις, αν το καλοσκεφτεί κανείς. Εκείνη απομακρύνεται. Πριν χαθεί, ο Νίκος της εκμυστηρεύεται φωναχτά ότι "εκείνη την πέτρα που είχε ονειρευτεί" (κάτι που της είχε αποκαλύψει στην αρχή της γνωριμίας του), ξέρει πλέον "ότι την ονειρεύτηκε για να της τη χαρίσει"

Η ατάκα του Νίκου έρχεται να προϊδεάσει μία σφοδρή ανατροπή στο φυσιολογικό "τέλος" της γνωριμίας του: τοποθετεί τη Σοφία στη σφαίρα του πεπρωμένου, την εξυψώνει και χαρακτηρίζει τη γνωριμία τους σαν μία όχι τόσο απλή γνωριμία.
Σηματοδοτεί έτσι τη σημασία της γνωριμίας του για αυτόν, αφήνοντας να εννοηθεί ότι για αυτόν το κεφάλαιο "Σοφία" δεν κλείνει εκεί. Παρόλα αυτά, το άτομο Σοφία έχει ήδη χαθεί.

Η συνέχεια της ταινίας είναι μάλλον ο κύριος λόγος που κάνει πολλούς να την καταδικάσουν ως "ασυνάρτητη": ο Νίκος συνεχίζει να περιφέρεται στο καφέ και στο σπίτι του φίλου του του Μιχάλη, ανάμεσα σε περίεργους χαρακτήρες, περίεργες ατάκες, και πουτάνες, ώσπου να ξανασυναντήσει τη Σοφία και η ταινία να τελειώσει με ένα φιλί.

Τί συμβαίνει αλήθεια; Τελικά ο Νίκος και η Σοφία ξανασυναντήθηκαν; Πώς; Και γιατί είχαν πει ότι χωρίζουν;

Κλειδί στο να δοθεί απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα είναι η χρονική "τακτοποίηση" των γεγονότων" που εξιστορούνται στην ταινία. Όπως έγραψα και στην αρχή, ο Χαραλαμπίδης παίζει με το χρόνο: τα γεγονότα που περιγράφονται δεν έχουν συμβεί με τη σειρά που εμφανίζονται στην ταινία. Η ιστορία κάνει συνεχή άλματα μπροστά και πίσω στον χρόνο.

Ο παρατηρητικός θεατής εξαρχής θα παρατηρήσει ότι η εισαγωγή της ταινίας, τοποθετείται πιθανά στο "τέλος της ιστορίας": ο Νίκος ως αφηγητής αναφέρει ότι η μοναδική συνάντησή του με  τη Σοφία ήταν σύντομη. Η συνάντηση και η εξιστόρηση του τί έγινε ακολουθεί την εισαγωγή, αλλά όπως αναφέρεται στην αρχή ήταν μοναδική και σύντομη, πράγμα που πιθανώς σημαίνει ότι τα πάντα συνέβησαν σε μία και μοναδική νύχτα.
Παρόλα αυτά, οι σκηνές που εκτελίσσονται στο καφενείο ή στο σπίτι του Μανώλη, οι συναντήσεις του Νίκου με τους μαφιόζους - εκβιαστές του Μανώλη (τρεις στο σύνολο) κάνουν φανερό ότι τα γεγονότα της ταινίες αφορούν  περισσότερες από μία μέρες.

Άρα από τη στιγμή της γνωριμίας μέχρι το ξημέρωμα  στον Λυκαβητό και τον αποχωρισμό του ζευγαριού, περιγράφονται παραπάνω από μία μέρες, αλλά αποσπάσματα από μία και μοναδική νύχτα: τη νύχτα που ο Νίκος γνώρισε τη Σοφία.

Και μετά; Τί γίνεται μετά;

Την απάντηση δίνουν διάφορες, φαινομενικά αδιάφορες, σκηνές, που με την πρώτη ματιά μπορεί να αντιμετωπιστούν ως απλές λεπτομέρειες, άσχετες με την κυρίως ιστορία της ταινίας.

Η πρώτη είναι η συζήτηση του Νίκου με έναν μποξέρ, οπαδό του Μωχάμεντ - Άλι. Ο μποξέρ του εξηγεί ότι το να "παλεύεις είναι σα να χορεύεις". Αμέσως μετά βλέπουμε το Νίκο στο διαμέρισμά του, σε αρμονικές εναλλαγές μεταξύ μποξ και πιρουετών, ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες του μποξέρ.

Η δεύτερη είναι η συνάντηση του Νίκου με τον καφετζή που συλλέγει "σβησμένες γόπες"και η αναφορά του σε μια γόπα που του είχε δώσει μια γυναίκα αφού την είχε καπνίσει κατά τη γνωριμία της με έναν άντρα. Η χειρονομία αυτή είχε ως αντάλλαγμα μια υπόσχεση από μεριάς του η οποία αφορούσε στο Νίκο. Ο καφετζής απαγγέλει την εισαγωγή του "Μέγα Ανατολικού" (αυτή ήταν η υπόσχεση που είχε δώσει στη γυναίκα), μυθιστόρημα τον τίτλο του οποίου είχε αναφέρει ο Νίκος ως το όνομά του, κατά τη διάρκεια της γνωριμίας του με τη Σοφία ("Για σένα και γι'απόψε, Μέγας Ανατολικός").

Μετά την απαγγελία, η Σοφία εμφανίζεται στο καφέ. Τα βλέμμα του Νίκου και της Σοφίας συναντιούνται. Η Σοφία χαμογελά και η σκηνή αλλάζει, αφήνοντας εσκεμμένα τον θεατή να απορεί για το τί ακολούθησε μετά την εμφάνιση της Σοφίας.

Στην επόμενη σκηνή, ο Νίκος εμφανίζεται ιδιαίτερα σκεφτικός στο σκοτεινό δωμάτιό του. Σκεφτικός και μάλλον μελαγχολικός. Αναπολεί, καπνίζει, μελαγχολεί, τρίβει το μέτωπό του, σκύβει το κεφάλι.

Με σκυφτό το κεφάλι εμφανίζεται σε ένα τρόλλεη γεμάτο χρυσόψαρα σε σακούλες με νερό που κρέμονται από τα χερούλια και περιστέρια που φτερουγίζουν.
 Ο Νίκος αφηγείται πως "μέσα από τα φτερουγίσματα θα έρθεις εσύ".Το τρόλλεη κάνει στάση σε μια στάση που περιμένει η Σοφία.
Η Σοφία ανεβαίνει, μέσα από τα περιστέρια που φτερουγίζουν, και καταφέρνει να σμίξει με το Νίκο που βρίσκεται μέσα.
Φιλιούνται με το που σμίξουν και ύστερα πέφτουν οι τίτλοι τέλους υπό το υπέροχο soundtrack της ταινίας.
Happy end. Ή μήπως όχι;

Ο πεζός θεατής θα θεωρήσει πως ό,τι συμβαίνει στην ταινία είναι παράλογο και θα βλαστημίσει για τον χρόνο που έχασε. Κάποιοι (συμπεριλαμβανομένου και εμού) μπορεί να έχουν διαφορετική γνώμη, θεωρώντας την ταινία ένα από τα αριστουργήματα του ελληνικού κινηματογράφου.

Κατά τη γνώμη μου, με τον τρόπο εξέλιξης της ταινίας, ο σκηνοθέτης αφήνει το τέλος μετέωρο, μιας και οι ερμηνείες που μπορούν να δοθούν είναι τρεις.

Αρχικά ας τοποθετήσουμε για για τελευταία φορά λεπτομερώς τις σκηνές σύμφωνα με την χρονική εξέλιξή τους: Ο Νίκος γνωρίζει τη Σοφία μια νύχτα. Η νύχτα εκείνη περνάει και αποχωρίζονται.
 Πριν ή μετά από αυτή τη νύχτα ο Νίκος περιφέρεται ανάμεσα σε καφέ, στο σπίτι του Μανώλη και συναντά περίεργους χαρακτήρες: αυτή άλλωστε είναι και η ζωή του εκτός Σοφίας. Μετά από αυτή τη νύχτα, περνούν κάποιες μέρες, όμοιες με τις προηγούμενες.
Η Σοφία ξανασυναντάει τον Νίκο στο καφέ. Ώς εδώ τα πράγματα είναι απλά και εύπεπτα.

Το τί ακολουθεί όμως είναι αυτό που είναι μετέωρο και αφήνεται -κατά τη γνώμη μου- στην κρίση του θεατή:

Η πρώτη ερμηνεία είναι ότι η δεύτερη συνάντηση του Νίκου με τη Σοφία, εκείνη στο καφέ, δεν εξελίχθηκε καλά - ενδεχομένως και να μη συνέβη καν. Το πλέον σίγουρο είναι ότι ποτέ ο Νίκος δεν συνάντησε τη Σοφία με το τρόλλεη.

Όλο αυτό δεν ήταν παρά τίποτα άλλο από προϊόν των σκέψεων που έκανε στο σκοτεινό δωμάτιο προς το τέλος της ταινίας. Ήταν η επιθυμία του, η ευχή του για το πώς θα έπρεπε να εξελιχθεί εκείνη η γνωριμία, η οποία κορυφώνεται στο φιλί που ποτέ δεν έδωσαν την νύχτα της γνωριμίας τους. Είναι η φαντασίωση που προκύπτει από το το απωθημένο, η μη ανεκπλήρωτη επιθυμία "να την εντυπωσιάσει". Στην πραγματικότητα όμως εκείνη τη μοναδική νύχτα δεν ακολούθησε καμία συνέχεια: η γνωριμία τους περιορίστηκε σε μια μοναδική  βόλτα, ξαφνική και σύντομη σαν μια μπόρα όπως παραδέχεται και ο ίδιος στην αρχή της ταινίας. Και γιατί να γινόταν διαφορετικά; Η Σοφία άλλωστε "τα είχε" με το συγγραφέα Λαέρτη.

Η δεύτερη ερμηνεία είναι ότι κατά τη δεύτερη συνάντησή τους στο καφέ, ο Νίκος και η Σοφία έδωσαν ένα επόμενο ραντεβού (ή ίσως και δεν έδωσαν).
Ο Νίκος μετά την γνωριμία τους, "πάλεψε", "προσπάθησε", προκειμένου να την ξανασυναντήσει, να την εντυπωσιάσει (αφού δεν πρόλαβε στην πρώτη τους συνάντηση που ήταν σύντομη σαν μια μπόρα) όπως υποδεικνύει η σκηνή που "χορεύει και παλεύει" στο δωμάτιό του. Σκεπτόμενος πολλή ώρα στο σκοτεινό δωμάτιο, ακολούθησε αυτό που του είχε πει ο Μανώλης  στην αρχή της ταινίας.
"Ο δρόμος της υπερβολής που οδηγεί, ξέρεις; Στο παλάτι της Σοφίας" (το σ με κεφαλαίο, όχι τυχαία). Έτσι, βαδίζοντας σε αυτό το δρόμο, είτε έχοντας δώσει ραντεβού με τη Σοφία στη συνάντησή τους στο καφέ είτε χωρίς, έστησε ένα υπερβολικό σκηνικό (το τρόλλεη με τα χρυσόψαρα και τα πουλιά). Όπως φάνηκε από την προοικονομία, η Σοφία "εντυπωσιάστηκε"  και ο Νίκος κατάφερε να οδηγηθεί στο "παλάτι της", γευόμενος τα χείλη της.


Μία τρίτη ερμηνεία, παρακινδυνευμένη και προτεινόμενη κυρίως σε πεζούς, ρεαλιστές ή και απαισιόδοξους, είναι ότι τίποτα από τα περισσότερα που αναφέρονται στην ταινία δε συνέβη στην πραγματικότητα.
Ότι πολύ απλά, η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο σκληρή. Ότι ο Νίκος όντως περιφέρεται ανάμεσα σε καφέ και στο σπίτι του φίλου του Μανώλη, συναντώντας περίεργους χαρακτήρες. Ότι συνάντησε τη Σοφία μια νύχτα στο καρτοτηλέφωνο και της πρότεινε να τον ακολουθήσει μέχρι το επόμενο. Ότι εκείνη τον ακολούθησε, έμαθε ότι η τηλεκάρτα του Νίκου δεν είχε μονάδες, και χάθηκε, όπως ακριβώς προέβλεπε και η αρχική τους συμφωνία, αρνούμενη την πρόταση του Νίκου να πάνε για έναν καφέ."Ότι δεν πρόλαβε καν να αρχίσει, δεν πρόλαβε να της αποκαλύψει την πραγματική του ιδιότητα". Και ότι οτιδήποτε ακολούθησε, η εξέλιξη της νύχτας, η επόμενη συνάντησή τους, το τρόλλεη, είναι προϊόν της φαντασίας του. Μια ευχάριστη αλλά υποθετική εξέλιξη που σκέφτηκε μόνος στο σκοτεινό δωμάτιό του στο τέλος της ταινίας.

Αυτά είναι λοιπόν τα Φτηνά Τσιγάρα: μία ταινία που προσπαθεί αγγίξει το θέμα του έρωτα, από κάθε πτυχή του. Από τη πτυχή της αναζήτησης, της γνωριμίας, του χωρισμού, της όλης  διαδρομής μέχρι και της αποστροφής του ("δε θέλω να γαμήσω!" φωνάζει ο Μανώλης προς το τέλος της ταινίας). Εξ'ου και η διαχρονικότητά της και η αποδοχή της, ανεξαρτήτως διάθεσης και κατάστασης του καθενός.

Μιά ταινία κατά τη διάρκεια της οποίας ο χρόνος φαίνεται να κυλάει χωρίς να συμβαίνει το ιδιαίτερα σημαντικό.

Μιά συλλογή όμορφων στιγμών, συχνά ονειροποιημένων. 

Μιά ταινία με κύριο προβληματισμό τον έρωτα, σε έναν "ελαφρύ" κόσμο "έξω" από τον δικό μας πραγματικό κόσμο των αγχών, των υποχρέωσεων, της φτώχειας και της δυστυχίας: μία ταινία που μας υπενθυμίζει ότι δεν τολμήσαμε όσα θέλαμε, μιά ταινία που επαναφέρει την έννοια του ρομαντισμού, μία ταινία που μας κάνει να αφαιρεθούμε από τα προβλήματά μας.
Και που δεν παύει να μας υπενθυμίζει εκνευριστικά με κάθε θέασή της ότι ο πάλαι ποτέ ρομαντικός σκηνοθέτης της που σύμφωνα με την υπόθεση της ταινίας είναι άνεργος αλλά κατοικεί σε ρετιρέ στην Ακρόπολη, ήταν, κάμποσα χρόνια μετά τα γυρίσματα, υποψήφιος με τη Νέα Δημοκρατία και προσωπικός φίλος του Αντώνη Σαμαρά.





Monday, January 12, 2015

Êtes-vous Charlie?

Απ'το "Charlie" στο "Charlatan",μισό τσιγάρο δρόμος.

"Je Suis Charlie!" φωνάζουν φουσκωτοί κουστουμάτοι, και οι χοντρές φλέβες στα λαρύγγια τους πάλλονται, έτοιμες να σκίσουν το λαιμό τους, ενώ τα στρογυλλά πρόσωπά τους γίνονται κατακόκκινα. 

"Je Suis Charlie!" φωνάζουν οι χορτάτοι, καθώς στρογυλλοκάθονται γύρω από πλουσιοπάροχα τραπέζια, και σάλια ανάμεικτα με ψίχουλα πετάγονται από τα στόματά τους, ενώ τα λίπη των φουσκομένων κοιλιών τους ξεχειλίζουν πάνω από τις ξεσφιγμένες ζώνες τους.

"Je Suis Charlie!" φωνάζουν καλοντυμένοι γραφιάδες πάνω από το γραφείο τους, καθώς ζυγίζουν τσουβάλια χρημάτων στη χρυσή τους ζυγαριά, προκειμένου να αποφασίσουν ποιο κόμμα είναι πραγματικά το κατάλληλο για να σώσει τη χώρα.

"Je Suis Charlie!" φωνάζουν άνθρωποι πίσω από τις κάμερες ξανά και ξανά, ενώ το μακιγιάζ τρέχει στο μέτωπό τους, καθώς λιώνει από τα έντονα φώτα των στούντιο των μεγάλων καναλιών, λίγα δευτερόλεπτα πριν βγουν στον αέρα να καταδικάσουν για την κατάντια της πολιτισμένης Δύσης εκείνους τους οποίους τολμούν και κατοικούν σε χώρες που η πολιτισμένη Δύση επενέβη στρατιωτικά.

"Je Suis Charlie!" φωνάζουν μέσα από τα μικρόφωνα, πάνω σε κοντά ή ψηλά βήματα, εκείνοι που αποφασίζουν για την μοίρα του τόπου, λίγο πριν υπογράψουν  νομοσχέδια για τον περιορισμό διαδηλώσεων, την απαγόρευση των απεργιών και άλλων βημάτων αναγκαίων για "την διασφάλιση της τάξης και της ασφάλειας".

"Je Suis Charlie!" φωνάζουν εκείνοι που φοράνε μπλε στολές, αφού τελείωσουν την μπαταρία από το tazer που χρησιμοποίησαν για να τιμωρήσουν 35 άτομα που τόλμησαν να κολλήσουν την άποψή τους πάνω σε δημόσιο τοίχο.

"Je Suis Charlie!" φωνάζουν οι επιβάτες υπερπολυτελών ιδιωτικών πλεούμενων, ενώ τρίβουν την ερεθισμένη κόκκινη μύτη τους, καθώς οι υπηρέτριές τους τους ετοιμάζουν την επόμενη "γραμμή", και οι μούτσοι στο κατάστρωμα αλλάζουν την σημαία με κάποια που να ταιριάζει στα χωρικά ύδατα.





"Je Suis Charlie!" ακούγεται από χιλιόμετρα μακριά, στις χώρες που ο ήλιος καίει ανεπανόρθωτα το δέρμα, αλλά καλύπτεται από τις ριπές των πυροβόλων όπλων και τους ήχους των βομβαρδισμών.
"Je Suis Charlie!" ακούγεται από χιλιόμετρα μακριά, αλλά εκεί το μόνο που ακούγεται είναι κραυγές απόγνωσης και θανάτου.

Η ελευθερία του λόγου πεθαίνει καθημερινά σε κάθε γωνιά της γης · "Je Suis Charlie!" φωνάζουν οι φονιάδες της.

Saturday, November 29, 2014

Για όλους αυτούς που απόψε δεν κοιμούνται





Για τους πρόσφυγες,
που φυλακίστηκαν σ' ένα μικρό κομμάτι γης, στο πιο κεντρικό σημείο, μιας πόλης ρημαγμένης απ' τη κρίση τους

και τα παιδιά που δεν πρόλαβαν καν να γνωρίσουν ένα τόπο,

αλλά τουλάχιστον γεννήθηκαν με τη γεύση του ανυπόταχτου αγώνα.


Για το Νίκο Ρωμανό,

που φυλακίστηκε στο νεαρό της ηλικίας του,
σε μια ζωή που της αφαιρέθηκε η νιότη,
σε μια ζωή χωρίς ζωή,

σ' ένα κλειστό, λευκό δωμάτιο, νοσοκομείου - φυλακής,

υψώνοντας, μ'όση δύναμη του απέμεινε, τη γροθιά του,

αδύνατος μα τόσο δυνατός συνάμα.

Για τις καθαρίστριες,
που φυλακίστηκαν σε μια σκηνή, έξω από κάποιο εξευτελισμένο υπουργείο,
σε μια ζωή χωρίς δουλειά, σε μια ζωή χωρίς ζωή,

μέρες, μήνες, να τα μετρήσεις πια δεν έχει σημασία,

 που τις συνηθίσαμε, να στέκονται πάντα, δίπλα στο πλευρό όποιου τολμήσει να παλέψει.

Για κείνους που φυλακίστηκαν και φυλακίζονται καθημερινά,
 σε έναν μαραθώνιο επιβίωσης, σε ένα γραφείο, σε δυο άδειες τσέπες, σε ένα ασφυκτικά  μικρό δωμάτιο, σε μια κούτα στο δρόμο, σε μια ντουλάπα, σε μια φορετή προσωπικότητα, σε μια επιβεβλημένη μάσκα, σ' ένα κουφάρι άδειο από συναισθήματα, σε ένα σιωπηλό νεύσιμο του προσώπου στις προσταγές των κυρίαρχων, σε πραγματικά ή νοητά κελιά,

γιατί φοβήθηκαν,

γιατί απελπίστηκαν  ή

γιατί απλά "έτυχε".


Για τις στιγμές, τις μέρες, τους μήνες, που περνάνε, και αυτή η βαρβαρότητα επιβιώνει,

για τα χρόνια, τους αίωνες που περνάνε χωρίς να τους ανατρέψουμε.


Ας αγωνιστούμε,

αν θέλουμε να λεγόμαστε άνθρωποι.

Και,"αν καούμε, ας καούν μαζί μας".

Tuesday, October 21, 2014

Τα τρία επίπεδα της πραγματικότητας


...και η ασφυκτική τους πίεση

Πρώτα πρώτα, το άγχος στη δουλειά. Αν θα έρθει η πληρωμή, αν θα γίνει η αξιολόγηση, αν θα υπάρξει απόλυση. Αν θα μπορέσεις να πληρώσεις τα φροντιστήρια των παιδιών, αν θα μπορέσεις να πληρώσεις τους λογαριασμούς, τον ΕΝΦΙΑ, αν θα κρατήσεις το σπίτι σου. Αν θα καταφέρεις να κρατήσεις την οικογένειά σου, αν θα χωρίσεις.

Αν θα μπορέσεις να βρεις δουλειά. Τί στο διάολο θα κάνεις με τη ζωή σου, αν θα κάτσεις εδώ, αν θα φύγεις αλλού, αν θα δουλέψεις με 400 και 300 ευρώ, αν θα σε κρατήσουν παραπάνω από 5 μήνες. Αν θα επενδύσεις σε κάτι ποτέ, αν θα ονειρευτείς, αν θα συνεχίσεις να ζεις με το άγχος. Και πώς μπορείς να το αποβάλλεις;

Αν θα τα καταφέρεις να ξαναβρείς σπίτι. Αν θα καταφέρεις να επιβιώσεις το επόμενο βράδυ. Αν κάποιος απ' όλους αυτούς που περνάν' από μπροστά σου σου δώσει επιτέλους 50 λεπτά μπας και πάρεις κανά κουλούρι να αντέξεις τουλάχιστον για τις επόμενες ώρες.

Μετά, είναι και η συνέλευση στο σωματείο. Οι λίγοι άνθρωποι που έρχονται, οι απορίες, εκείνοι που δεν αναφέρουν καν τη λέξη αξιολόγηση ή μνημόνιο, εκείνοι που δε νοιάζονται, εκείνοι που προσπαθούν αλλά δεν τα καταφέρνουν. Ο κόσμος που αναρωτιέται, τί θα κάνουμε και τί μπορούμε να κάνουμε. Η αριστερά που δε δίνει απαντήσεις και εκείνοι που δεν έρχονται καν.

Η συνέλευση που δεν υπάρχει γιατί είμαστε δυο - τρεις εργαζόμενοι. Τα δικαιώματα που δεν έχουμε γιατί δουλεύουμε μαύρα. Ο συνδικαλισμός που δεν υπάρχει σαν έννοια γιατί μετά από πέντε μήνες θα είμαστε αλλού.

Ο συνδικαλισμός που δεν υπάρχει σαν έννοια, γιατί ο καθένας μας κάθεται μόνος στο σπίτι του. Και τί συνδικαλισμό να κάνεις στο δωμάτιο σου; Και τί σκατά να πρωτοδιεκδικήσεις αν είσαι άνεργος; Με ποιούς; Πού θα τους βρεις;

Στο τέλος, είναι και εκείνα τα κόμματα που συνεδριάζουν στις μεγάλες αίθουσες. Που οι μεν φοβούνται μήπως και το Mega πει καμιά κακιά κουβέντα για πάρτη τους, οι δε χρησιμοποιούν τη λέξη αγορές λες και ταίζει τον κόσμο,'κείνοι οι τρίτοι, που μάλλον έχουν μπερδέψει το ποιός ακριβώς είναι ο εχθρός ή οι τέταρτοι, που μάλλον έχουν μπερδέψει το ποιά ακριβώς είναι η πραγμαιτκότητα.


Είναι προφανές ότι ο μόνος δρόμος για να καταφέρουμε κάτι, είναι να συνδεθούν επιτυχημένα αυτά τα τρία επίπεδα. Αλλιώς θα μας φάει όλους η μαρμάγκα.