Friday, May 17, 2013

Ρεφορμισμός, αυτονομία, αριστερισμός και ο ρόλος της αριστεράς

Η βάση ήθελε, η ηγεσία όχι
 (ή αλλιώς "όταν οι από κάτω μπορούν αλλά οι από πάνω δεν θέλουν")

Ρεφορμιστικά χαρακτηρίζονται από τον 19ο αιώνα τα κόμματα (και οι οργανώσεις) τα οποία ενώ αναφέρονται στην εργατική τάξη και στο σοσιαλισμό, διακατέχονται από την βαθιά πεποίθηση ότι ο κόσμος αλλάζει με ομαλές ειρηνικές μεταρρυθμίσεις (reform), οι οποίες μπορούν να εφαρμοστούν και κοινοβουλευτικά στο υπάρχον σύστημα. Αυτή τους η πεποίθηση προφανώς διαμορφώνει και το ανάλογο πολιτικό σχέδιο ανά τα χρόνια. Οι ρεφορμιστές - μέλη των ρεφορμιστικών κομμάτων- προβαίνουν σε κινήσεις απαραίτητες για να πετύχουν και να προωθήσουν το σχέδιό τους αυτό.

Η αυτονομία ενέχει την έννοια της "αυτενέργειας" σε επίπεδο συλλογικότητας ή ατόμου. Δηλαδή την "ακηδεμόνευτη", "μη καθοδηγούμενη", "ξεχωριστή" δράση του καθενός χώρου/συλλογικότητας. Η λογική της αυτονομίας, προωθείται κυρίως από τον αναρχικό/ανεξουσιαστικό χώρο και ουσιαστικά υποστηρίζει ότι οι ενέργειες που θα βασίζονται στο αυθόρμητο του κόσμου είναι ικανές από μόνες τους να επιφέρουν μια ανατροπή ή σημαντική ρήξη με το υπάρχον καθεστώς. Για παράδειγμα, σύμφωνα με τη "λογική της αυτονομίας" οι αγώνες ενός σωματείου είναι μάλλον ικανοί να αλλάξουν το σύστημα. Αγώνες όμως οι οποίοι θα αποφασίζονται και θα κινούνται από τη βάση, θα έχουν την ανεξαρτησία τους σε σχέση με τους αγώνες των άλλων σωματείων και άλλων χώρων, και δεν θα έχουν καμία "πολιτική καθοδήγηση".

Πολλές φορές, ο ρεφορμισμός χρησιμοποιεί την "λογική της αυτονομίας" προκειμένου να δικαιολογήσει το πολιτικό του σχέδιο. Οι ρεφορμιστές υποστηρίζουν ότι τα σωματεία/συνδικάτα/σύλλογοι/κλπ πρέπει να είναι "ακηδεμόνευτα" και "μη - καθοδηγούμενα". Με αυτό τον τρόπο, ένα μέλος ρεφορμιστικού κόμματος, υποστηρίζει ότι ο ρόλος ενός κόμματος δεν είναι να οργανώνει και να υποστηρίζει απεργίες, μιας και τα σωματεία και τα συνδικάτα πρέπει να λειτουργούν ανεξάρτητα από τα κόμματα.

Στην πραγματικότητα βέβαια, αυτή η δήλωση παρουσιάζει τεράστιες αντιφάσεις, μιας και κάθε συνδικαλιστής - μέλος σωματείου που είναι και μέλος ρεφορμιστικού κόμματος συζητάει πάντοτε, πριν από κάθε συνέλευση, σε επίπεδο κόμματος την πρόταση του κόμματος για το σωματείο - το οποίο προφανώς και προωθεί στο σωματείο του. Δηλαδή, κάθε ρεφορμιστικό κόμμα έχει σχέδιο και προτάσεις για τους χώρους εργασίας και κάθε ρεφορμιστής συνδικαλιστής προσπαθεί να το προωθήσει στον χώρο που συμμετέχει. Στην πράξη, δηλαδή, οι ρεφορμιστές συνδικαλιστές ακυρώνουν τα όσα λένε "περί αυτονομίας των χώρων και των σωματείων".

Ο λόγος για τον οποίο επικαλούνται την "αυτονομία" είναι ένας και μοναδικός: οι ρεφορμιστές προσπαθούν να διαχωρίσουν συνειδητά τους αγώνες του κόσμου, των σωματείων, των φοιτητικών "συλλόγων" από αυτό που αυτοί θεωρούν πολιτικό αγώνα (δηλ. την προώθηση ομαλών μεταρρυθμίσεων). Θέλουν ο αγώνας του κόσμου, των σωματείων, των φοιτητικών συλλόγων να μένει σε οικονομικίστικο/συντεχνιακό επίπεδο. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ρεφορμιστές δεν θέλουν να υπάρχουν αγώνες:  όχι μόνο θέλουν, αλλά μάλιστα, σαν άτομα προσπαθούν να τους προωθήσουν. Ο λόγος που όμως επιθυμούν κάτι τέτοιο είναι γιατί επιδιώκουν να υπάρχει ένα "αγωνιστικό κλίμα" στην κοινωνία το οποίο θα έχει ως αποτέλεσμα την εκλογική άνοδο του ποσοστού των ρεφορμιστών, οι οποίοι συνήθως έχουν  "ριζοσπαστικές θέσεις".

Την ίδια στιγμή που όμως επιδιώκουν ένα αόριστο "αγωνιστικό κλίμα", οι ρεφορμιστές αποφεύγουν με κάθε τρόπο, να πάρει το κόμμα τους ουσιαστική θέση για κάποιο αγώνα των "από κάτω". Αυτό συμβαίνει γιατί εάν έπαιρναν ουσιαστική θέση, εάν ένα ρεφορμιστικό κόμμα έβγαινε δηλαδή και υποστήριζε μια απεργία, μια κινητοποίηση,  και προσπαθούσε να προωθήσει τα αιτήματά της, φρόντιζε για την περιφρούρησή της και την στήριξή της από τα μέλη τους θα αναγκαζόταν να δεσμευτεί πολιτικά και να συνδέσει άμεσα έναν οικονομικό με έναν κεντρικό πολιτικό αγώνα. Με αυτό τον τρόπο, ένα κόμμα θα αναγκαζόταν να προχωρήσει σε ολομέτωπη σύγκρουση και να συμπαρασύρει και τον κόσμο του μαζί: με αυτό τον τρόπο θα παρατούσε κάθε ελπίδα και σχέδιο για "ομαλές μεταρρυθμίσεις" και θα παρασυρόταν στην μάχη για μια ενδεχομένως βίαιη, ανατροπή.

Και οι ρεφορμιστές, ούτε θέλουν, ούτε μπορούν, να δώσουν αυτή την μάχη.

Το σχέδιο μιας μερίδας του ΣΥΡΙΖΑ, όσον αφορά στην απεργία των εκπαιδευτικών, κινούνταν πάνω κάτω στα παραπάνω πλαίσια. Με επιχειρήματα όπως ότι "τα σωματεία είναι αυτόνομα", "δεν μπορεί ένα κόμμα να στηρίξει μια απεργία", "οι αγώνες δεν πρέπει να καπελώνονται από κανένα κόμμα", "δεν θα υποδείξουμε στους καθηγητές τί να κάνουν" μια μερίδα του ΣΥΡΙΖΑ έμεινε στις δηλώσεις "πολιτικής στήριξης της απεργίας" και "μόνο" (άραγε τί σημαίνει τελικά "στηρίζω πολιτικά μια απεργία";), δείχνοντας εμφανή δισταγμό να βγει εμφανώς και να πει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα στηρίξει ολοκληρωτικά και ανυποχώρητα την απεργία, και σε οργανωτικό επίπεδο, και ότι καλεί για παράδειγμα τους εκπαιδευτικούς να "σκίσουν τα χαρτιά της επιστράτευσης".

Με επιχείρημα το ότι "δεν καθοδηγούμε κανέναν - δεν θα πούμε σε κανέναν τι να κάνει, αλλά στηρίζουμε πολιτικά" ο ΣΥΡΙΖΑ κράτησε, μια διττή και σίγουρα παθητική και επιφυλακτική στάση απέναντι σε ένα μεγάλο κομμάτι εργαζομένων που ήταν έτοιμο να συγκρουστεί κατά μέτωπο με την τρικομματική.

Το αποκορύφωμα ήταν το συνέδριο των προέδρων των ΕΛΜΕ, που ενώ οι τοπικές ΕΛΜΕ είχαν αποφασίσει  στις μαζικότατες συνελεύσεις τους απεργία με ποσοστό 90%, πολλοί πρόεδροι ΕΛΜΕ που ανήκαν στην παράταξη που συμμετέχει ο ΣΥΡΙΖΑ, αποφάσισαν ουσιαστικά να μην γίνει απεργία, με το πρόσχημα ότι "δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις για να αντιμετωπιστεί η ενδεχόμενη επιστράτευση των εκπαιδευτικών" που είχε χουντικά αποφασίσει η κυβέρνηση.

Η παραπάνω στάση, μαζί με την αντίστοιχη του ΠΑΜΕ (που ήταν λίγο ως πολύ αναμενόμενη) , προκάλεσε την οργή πολλών αγωνιστών (μεταξύ τους και καθηγητές), οι οποίοι μίλησαν ανοιχτά για "προδοσία", "ξεπούλημα" κλπ.

Μερικοί μάλιστα, εκ της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και της αναρχίας προερχόμενοι, μίλησαν για τα "όρια της κοινοβουλευτικής αριστεράς" που ήταν "αναμενόμενα", ή κάνοντας ακόμη λόγο για περιστατικό "προφανές αφού όταν υπάρχει εκπροσώπηση", ισχυριζόμενοι πως "αυτά συμβαίνουν όταν δεν υπάρχουν οριζόντιες δομές στον εργατικό συνδικαλισμό". Το ειρωνικό βέβαια είναι ότι όλοι αυτοί περίμεναν εναγωνίως την απόφαση των προέδρων των ΕΛΜΕ, μιας και αυτός ήταν ο μόνος τρόπος προκειμένου να κηρυχθεί απεργία, αλλά αυτό είναι αλλουνού παπά ευαγγέλιο.

Οι λόγοι για τους οποίους η οργή των απανταχού καθηγητών, αγωνιστών κλπ στράφηκε κατά ένα μεγάλο βαθμό ενάντια στο ΣΥΡΙΖΑ είναι προφανείς. Από την μία, η ΔΑΚΕ και η ΠΑΣΚΕ έχουν αποδείξει την κυβερνητική και προδοτική τους στάση εδώ και χρόνια και από την άλλη το ΠΑΜΕ είχε κάνει ήδη γνωστό το ότι δεν θα στήριζε την απεργία καθώς "θα διατάρασσε την ηρεμία της λαϊκής οικογένειας". Δεδομένων αυτών αλλά και του της γενικότερης ελπίδας που απ' ότι φαίνεται συνεχίζει να εμπνέει ο ΣΥΡΙΖΑ σε πολλούς μέχρι σήμερα, ο κόσμος (συμπεριλαμβανομένων και αγωνιστών πολιτικά ενταγμένων και στην αναρχία και στην εξωκοινοβουλευτική αριστερά) τον εμπιστευόταν.

Αυτό που χρήζει εξέτασης προκειμένου να προκύψουν κάποια χρήσιμα συμπεράσματα είναι και το συνέδριο των προέδρων της ΕΛΜΕ αλλά και όλη η κατάσταση που επικρατούσε από τη στιγμή που ανακοινώθηκε η απεργία των καθηγητών μέχρι σήμερα.

Τα συμπεράσματα αυτά, σχετίζονται άμεσα με το "ποιός τελικά είναι ο ρόλος της αριστεράς στο σήμερα". Και όταν λέμε "αριστερά", εννοούμε μια αριστερά πραγματική, η οποία θα μπορεί να κατορθώσει να υπερασπιστεί τα συμφέροντα των εργαζομένων αλλά και να οδηγήσει στην πραγματική ανατροπή και στην άλλη κοινωνία (εγώ το λέω σοσιαλισμό) στην πράξη.

Αρχίζοντας, είναι χαρακτηριστική και μόνο η σημασία που είχε το συνέδριο των προέδρων της ΕΛΜΕ. Όντας το μόνο, αυτή τη στιγμή, που θα μπορούσε να κηρύξει απεργία, αποδεικνύει την σημασία της ύπαρξης μαζικών πραγματικά επαναστατικών (και όχι επιφυλακτικών και προδοτικά διστακτικών) δυνάμεων μέσα σε αυτό, μιας και τότε θα είχε διασφαλιστεί η επικύρωση των αποφάσεων των τοπικών ΕΛΜΕ και άρα της βάσης του σωματείου. Ο αποτελεσματικός δρόμος για την ανατροπή στην παρούσα φάση λοιπόν, δεν μπορεί παρά να περνάει από την εμπλοκή και την προσπάθει για μαζική παρουσία σε πρωτοβάθμια αλλά και δευτεροβάθμια όργανα τα οποία έχουν την ισχύ να προκηρύσσουν απεργίες. Αυτό δεν αποκλείει την προσπάθεια δημιουργίας εναλλακτικών "οριζόντιων δομών" στον εργατικό συνδικαλισμό, αλλά σίγουρα αποκλείει το να παρατάς τα υπάρχοντα όργανα "ως ξεπουλημένα".

Δεύτερον, η απόφαση των πρέδρων της ΕΛΜΕ δεν ήταν "φυσικό επόμενο" λόγω "εκπροσώπησης" όπως ισχυρίζονται κάποιοι. Δεν ήταν φυσικό επόμενο οι πρόεδροι της ΕΛΜΕ να αγνοήσουν τις αποφάσεις της βάσης, απλώς και μόνο επειδή είναι "εκπρόσωποι". Αυτοί οι πρόεδροι που αγνόησαν τις αποφάσεις της βάσης, το κάνανε ακριβώς επειδή έχουν συγκεκριμένη πολιτική (η οποία αναφέρθηκε και παραπάνω). Άρα το πρόβλημα δεν είναι η "εκπροσώπηση"σαν θεσμός, δεν είναι ο τρόπος οργάνωσης των συνδικάτων, δεν είναι ο "κοινοβουλευτισμός" (μιας και πρόεδροι ΕΛΜΕ προσκείμενοι στις Παρεμβάσεις ψήφισαν λευκό), αλλά είναι η συγκεκριμένη πολιτική που είχαν όλοι όσοι υποστήριξαν ότι  "δεν υπάρχουν οι όροι να γίνει η απεργία".

Τρίτον, η  "προδοσία του ΣΥΡΙΖΑ" για την οποία μιλάνε όλοι δεν ήταν προδοσία όλου του ΣΥΡΙΖΑ. Η "πραξικοπηματική πράξη των προέδρων του ΣΥΡΙΖΑ" (που επίσης δεν ισχύει για όλους, μιας και κάποιοι πρόεδροι ΕΛΜΕ που είναι στο ΣΥΡΙΖΑ ψήφισαν υπέρ) ήταν τόσο "πραξικοπηματική για τους υπόλοιπους, όσο και για την βάση του ΣΥΡΙΖΑ η οποία είχε στηρίξει και μέσα και έξω από τις ΕΛΜΕ απερίφραστα την απεργία. Ήταν πράξη μιας πολύ συγκεκριμένης μερίδας, η οποία όμως άρχισε να υλοποιείται από την αρχή της απεργίας, όπου υπήρξε άρνηση της ουσιαστικής στήριξης και οργάνωσης της απεργίας με χρήση των επιχειρημάτων που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Παρόλα αυτά, η στάση του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι το μόνο το οποίο πρέπει να σταθεί κανείς: το γεγονός ότι η απεργία δεν ψηφίστηκε τελικά, έχει άμεση σχέση και με την υπόλοιπη αριστερά. Έχει να κάνει με το ότι δεν υπήρχε ξεκάθαρη πρόταση για "συνέχιση της απεργίας" από την άλλη μπάντα, παρά για απεργία "500 συνδικαλιστών". Έχει να κάνει ότι καμία άλλη αριστερά (ή γενικά δύναμη) δεν έχει τους μαζικούς όρους ούτε στα τριτοβάθμια όργανα, αλλά ούτε και στη βάση ώστε να "επικυρώσει" και τυπικά αλλά και ουσιαστικά την απεργία.

Τέταρτον, η δήλωση του ΠΑΜΕ ήταν άστοχη, μα ήταν αληθής. Μια απεργία πρέπει όντως να είναι οργανωμένη, μια απεργία καθηγητών όντως πρέπει να έχει τη στήριξη των συλλόγων γονέων και κηδεμόνων και των μαθητών, αλλά και λοιπών σωματείων. Στις συνελεύσεις των τοπικών ΕΛΜΕ, η κύρια απορία των καθηγητών, ήταν αν οι καθηγητές όντως θα πράξουν σύμφωνα με την ψήφο τους και θα απεργήσουν (και θα στηρίξουν τις περιφρουρήσεις κλπ) ή αν θα υπάρξει στήριξη από την υπόλοιπη κοινωνία. Η δήλωση του ΠΑΜΕ καθώς και οι απορίες των καθηγητών δείχνουν προφανώς ότι ένα σωματείο δεν μπορεί να δράσει μόνο του. Ένα σωματείο μόνο του δεν έχει τη δυνατότητα να εξασφαλίσει την έμπρακτη συμμετοχή των υπόλοιπων σωματείων. Ένα σωματείο δεν μπορεί να οργανώσει για παράδειγμα, πόσοι και ποιοι από τα υπόλοιπα σωματεία θα συμμετέχουν στις απεργιακές φρουρές.

Και κάπου εδώ, πρέπει να αναρωτηθούμε τελικά ποιος είναι ο ρόλος της αριστεράς. Γιατί ένα πραγματικά αριστερό κόμμα δεν είναι τίποτα άλλο, παρά αυτό το οποίο αριθμεί στις τάξεις του ένα σημαντικό κομμάτι των εργαζομένων. Ένα πραγματικά αριστερό κόμμα δεν είναι τίποτα άλλο παρά αυτό το οποίο καταφέρνει να συντονίσει πολλά και διαφορετικά σωματεία, συλλόγους και μαθητές. Ένα πραγματικά ριστερό κόμμα είναι αυτό το οποίο θα φροντίζει να κάνει πράξη τα προτάγματα που θέτει (που πάντα βασίζονται στις ανάγκες των εργαζομένων) και θα κατάφερνε εν προκειμένω να κάνει στην πράξη την απεργία των εκπαιδευτικών "υπόθεση όλης της κοινωνίας".

Δεν είναι καθόλου τυχαίο που πριν δυο χρόνια ο κόσμος σταμάτησε να βγαίνει στις πλατείες, όπως και δεν είναι τυχαία η ερώτηση που έκαναν οι καθηγητές σε αριστερούς συνδικαλιστές σε σχέση με το αν θα υπάρχει κόσμος στην απεργία. Δεν είναι καθόλου τυχαίο που ένα μεγάλο μέρος  του κόσμου των πλατειών ψήφισε ΣΥΡΙΖΑ (και γενικότερα, ριζοσπαστική αριστερά). Γιατί αυτός ο κόσμος, (και οι καθηγητές) συνειδητοποίησε ότι το να βγαίνεις στις πλατείες δεν είναι αρκετό. Συνειδητοποίησε ότι η σύγκρουση, η ανατροπή είναι μια πολιτική διαδικασία που απαιτεί διάρκεια και οργάνωση. Μια διαδικασία που απαιτεί εμπλοκή των σωματείων, των φοιτητών, των μαθητών, που συμβαίνει σε κάθε επίπεδο και με διάφορες μορφές πάλης. Και αναγνώρισε ότι σε αυτά τα σημεία, στο κίνημα των πλατειών, υπήρχε ένα μεγάλο κενό. Και νομίζω ότι θεώρησε ότι αυτό το κενό μπορεί να το καλύψει η αριστερά.

Και πράγματι, o ρόλος της αριστεράς είναι ακριβώς αυτός που αναφέρθηκε. Ο ρόλος της αριστεράς είναι τίποτα άλλο από να οργανώνει τους αγώνες και να προσπαθεί να προωθεί με κάθε τρόπο τη σύγκρουση έχοντας ως ορίζοντα την άλλη κοινωνία (εγώ το λέω σοσιαλισμό).

Ο ρόλος της αριστεράς στην απεργία των εκπαιδευτικών, δεν ήταν αυτός του διστακτικού παρατηρητή (όπως ο ρόλος που επέλεξε η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ και του ΠΑΜΕ). Αυτού που αγνοώντας τις αποφάσεις της βάσης, νίπτει τας χείρας του "επειδή δεν υπάρχουν οι όροι". Ο ρόλος της αριστεράς ήταν να δηλώσει εξαρχής την αμέριστη στήριξή της στην κινητοποίηση, απαντώντας στις προκλήσεις τις κυβέρνησης και λέγοντας ξεκάθαρα ότι "η κυβέρνηση θα πέσει εδώ και τώρα". Ο ρόλος της ήταν να οργανώσει όσα σωματεία, φοιτητικούς συλλόγους, μαθητές, ανέργους και κόσμο γενικά έχει στη διάθεσή της προκειμένου να διασφαλίσει την επιτυχία της απεργίας και να σπάσει στην πράξη την επιστράτευση. Ο ρόλος της αριστεράς είναι να πηγαίνει τη σύγκρουση μέχρι τέλους. Ο ρόλος της αριστεράς είναι να έχει (ή να προσπαθεί να) αποκτήσει την αποφασιστικότητα και τους μαζικούς όρους ώστε να μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο.

Και η μη επικύρωση της απεργίας των εκπαιδευτικών, δείχνει την έλλειψη αλλά και την ανάγκη ύπαρξης μιας τέτοιας αριστεράς.

Friday, May 3, 2013

Πού στρέφει τα βέλη του το "δημοκρατικό" τόξο;

Τα Μ.Α.Τ παρασέρνουν τα μέλη της Χρυσής Αυγής σε ένα παθιασμένο
τάνγκο, σε μια προσπάθεια να τους κάνουν να κουραστούν και να
αποχωρήσουν από την πλατεία Συντάγματος

Αυτό που έγινε χθες στο Σύνταγμα με ξάφνιασε, όπως φαντάζομαι και πολλούς άλλους. Πρώτον, γιατί δεν γνώριζα (όπως φαντάζομαι και πολλοί άλλοι) ότι η Χρυσή Αυγή θα μοίραζε χθες τρόφιμα στην πιο κεντρική πλατεία της Αθήνας (μα, γιατί άραγε ;). Δεύτερον, γιατί αυτή η ενέργεια αυτή διακόπηκε όχι από "αναρχοάπλυτους" και "αριστεροχαρούμενους" όπως η ίδια θα έλεγε, μα από τους έντιμους προστάτες του πολίτη (σ.σ. ΜΑΤ) και τον καθ' όλα δημοκρατικό δήμαρχο της Αθήνας, τον κ. Καμίνη.

Πήγαν, λοιπόν, οι φασίστες να μοιράσουν "τρόφιμα της Λαμπρής" στο Σύνταγμα, κάνοντας ευρέως γνωστή την ενέργειά τους αυτή μόλις το προηγούμενο βράδυ στο δελτίο του Alter, -σε αντίθεση με την "αιμοδοσία μόνο για Έλληνες"- ίσως επειδή φοβόντουσαν την υπερβολικά φιλική αντίδραση του κόσμου που θα το μάθαινε. Ως απάντηση, ο δήμαρχος Αθηναίων έδωσε στα Μ.Α.Τ εντολή "εκκαθάρισης" της πλατείας, μιας και όπως είπε "τους είχε απογορεύσει τη σχετική άδεια".

Με μια πρώτη ματιά όλα φαντάζουν λογικά: μια ναζιστική οργάνωση θέλει να χρησιμοποιήσει την πλατεία Συντάγματος, και ένας δήμαρχος με μια βαθιά δημοκρατικό θεσμικό ρόλο τους το απαγορεύει, μιας και δεν τους έχει παραχωρηθεί η σχετική χαρτούρα. Για να διασφαλίσει την απαγόρευση αυτή, χρησιμοποιεί τους προστάτες του θεσμού της δημοκρατίας που δεν είναι άλλοι από τις δυνάμεις καταστολής, ευρύτερα γνωστές και ως Μ.Α.Τ

Όλα λογικά, όμορφα και τακτοποιημένα. Έτσι;

Μάλλον όχι, γιατί με μια δεύτερη ματιά ο δήμαρχος που απαγόρευσε στη Χρυσή Αυγή να μοιράσει τρόφιμα, είναι ο ίδιος που μαζί με τα Μ.Α.Τ του Δένδια "εκκένωσαν" την Βίλα Αμαλίας στοχοποιώντας την ως "γιάφκα τρομοκρατών". Είναι ο ίδιος που μιλούσε για ανομία την ίδια στιγμή που τα Μ.Α.Τ εισέβαλλαν και σε άλλες καταλήψεις - κοινωνικούς χώρους που ουσιαστικά έδιναν ζωή και νόημα ύπαρξης σε εγκαταλελλειμένα κτίρια του δήμου.

 Με μια τρίτη ματιά, είναι ο ίδιος, με την σιωπηλή συναίνεη του οποίου, τα Μ.Α.Τ κατάργησαν την ελευθερία της έκφρασης (που όλο το πολιτικό σύστημα διατείνεται ότι υπάρχει) όταν μπήκαν στο ΕΜΠ και ξήλωσαν τον εξοπλισμό του indymedia ή όταν μπήκαν στην ΑΣΟΕΕ, ξήλωσαν ραδιοφωνική συχνότητα και κατάσχεσαν υλικά πολιτικών παρατάξεων.

 Με μια τέταρτη ματιά, είναι ο ίδιος που επιλέγει να προβεί σε επικοινωνιακά συσσίτια  που δεν φτάνουν καν για να ταΐσουν ούτε τους μισούς φτωχούς της Αθήνας. Είναι ο ίδιος που επιλέγει να αφήνει τόσα και τόσα κτίρια αχρησιμοποίητα, την ίδια στιγμοί που εκατοντάδες άστεγοι κοιμούνται στους δρόμους.

Με μια πέπτη ματιά, είναι ακριβώς ο ίδιος δήμαρχος που τις προάλλες δεν είχε χορηγήσει άδεια για χρήση της πλατείας από πολίτες που ήθελαν να πραγματοποιήσει ανταλλακτικό παζάρι βιβλίων, λέγοντας ότι "δεν μπορεί οι πολίτες να κάνουν ότι θέλουν τους δημόσιους χώρους" και αναρωτιόμενος "αν χρειάζεται να βάλει έναν αστυνομικό πάνω από το κεφάλι κάθε δημότη προκειμένου να μας νουθετεί".

Τα γεγονότα στην πλατεία Συντάγματος σίγουρα έδειξαν ότι υπάρχει διαφορά ανάμεσα στους εκπροσώπους του υπάρχοντος καθεστώτος (δημάρχου και ΜΑΤ) και στους νεοναζί. Όμως, η διαφορά αυτή είναι λιγότερο ουσιαστική από όσο φαίνεται και τα  γεγονότα έχουν πολύ περισσότερες πτυχές από αυτές που μπορεί να ισχυριστεί η Χρυσή Αυγή και ο δήμαρχος. Πολύ περρισότερες πτυχές απ΄ όσες μπορεί  καν κανείς να συνειδητοποιήσει, κοιτώντας τα επιφανειακά.

Για να δούμε τα πράγματα λίγο πιο συγκεκριμένα, ο  λόγος που η Χρυσή Αυγή εκδιώχθηκε χθες από το Σύνταγμα, δεν είναι κάποια ουσιαστική αντιπαράθεση της κυβέρνησης ή του δημάρχου με τον ρατσισμό ή τη φασιστική ιδεολογία. Μην ξεχνάμε ότι την ρατσιστική ατζέντα την έχει υιοθετήσει θεσμικά η τρικομματική με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τον Ξένιο Δία, τον οποίο καθημερινά φροντίζει να εφαρμόζει η αστυνομία. Τα συσσίτια, τα οποία ουσιαστικά οι Χρυσαυγίτες (πέρα από το ρατσιστικό τους χαρακτήρα) προσπαθούν να προωθήσουν ως "λύση" μπροστά στην έλλειψη κοινωνικού κράτους (το οποίο προφανώς και δεν επιθυμούν  να θίξουν ή να βελτιώσουν), είναι συνήθης πρακτική του δήμου.

Η μόνη διαφωνία  της κυβέρνησης και του δημάρχου με τη Χρυσή Αυγή είναι  ουσιαστικά το κατά πόσο η τελευταία έχει το "θεσμικό ρόλο" προκειμένου να κάνει ό,τι κάνει. Η αντίθεση του Σαμαρά, του Βενιζέλου, του Κουβέλη και όλου του "δημοκρατικού τόξου" που επικαλούνται ξανά και ξανά, με οποιαδήποτε ρατσιστική ή φασιστική ενέργεια της Χρυσής Αυγής είναι είτε μόνο στα λόγια είτε στο κατά πόσο υπάρχει η "νομική κάλυψη" (βλ. αντιδράσεις Βορίδη στους ελέγχους Χρυσής Αυγής σε μετανάστες μικροπωλητές όπου δεν διαφώνησε με το περιεχόμενο της πράξης αλλά με το γεγονός ότι η Χρυσή Αυγή δεν έχει το "θεσμικό ρόλο" προκειμένου να κάνει κάτι τέτοιο").

Το επιχείρημα στο οποίο στηρίχθηκε ο διωγμός της Χρυσής Αυγής χθες από το Σύνταγμα είναι ότι ο Δήμος Αθηναίων δεν της είχε παραχωρήσει τη σχετική άδεια, όπως ακριβώς είχε συμβεί και με την ομάδα πολιτών που ήθελε να πραγματοποιήσει ανταλλακτικό  παζάρι βιβλίων  τις προάλλες. Ο δήμαρχος, φορώντας ένα πλαστό "δημοκρατικό προσωπείο" επικαλέστηκε τη νομιμότητα και τους "θεσμούς" προκειμένου να πετύχει τον σκοπό του.

Μα αυτό άλλωστε δεν κάνει και όλο το "φάσμα του δημοκρατικού τόξου"; Ο κύριος λόγος που αγανακτούν με τη Χρυσή Αυγή οι εκπρόσωποι της τρικομματικής είναι εκτός από μία ανάλαφρη αναφορά στα ανθρώπινα δικαιώματα είναι η καταπάτηση της "νομιμότητας". Η αμφισβήτηση των θεσμών που ουσιαστικά ταυτίζονται με την κυβέρνηση. Κάθε φορά, μέσα από την αντιπαράθεση με τη Χρυσή Αυγή αναδεικνύεται το ύψιστο καθήκον του να σέβεσαι στους θεσμούς, δηλαδή την κυβέρνηση, και η επίθεση σε αυτούς που δεν το κάνουν.

Η κυβέρνηση μαζί με κάθε λογής εκπροσώπους της, με τον τρόπο που αντιτίθεται στη Χρυσή Αυγή ουσιαστικά αντιτίθεται στο σύνολο της κοινωνίας που αμφισβητεί ή απλώς σκέφτεται να αμφισβητήσει τις αποφάσεις της και την πολιτική της. Αυτοανακηρυσσόμενη ως ο ύψιστος τηρητής της δημοκρατίας και της τάξης, η κυβέρνηση αντιτίθεται σε όλους όσους αντιδρούν.

Η κυβέρνηση χρησιμοποιεί την Χρυσή Αυγή πολύ έξυπνα: από τη μία η τελευταία βοηθάει την πρώτη να εφαρμόσει την πολιτική της,  ως παρακρατικός κατασταλτικός μηχανισμός ή με τις δηλώσεις στήριξης, όπως για τα μεταλλεία στις Σκουρίες ή για τις φοροαπαλλαγές εφοπλιστών και ΠΑΕ. Από την άλλη η πρώτη διαχωρίζεται από την τελευταία, προκειμένου να "υπενθυμίσει" το "απαράβατο" της νομιμότητας της τήρησης των θεσμών και της πολιτικής που η ίδια δημιουργεί.

Ουσιαστικά, η κυβέρνηση και ο Καμίνης ήταν υποχρεωμένοι να πάρουν θέση εναντίον του μοιράσματος τροφίμων. Αν δεν το κάνανε, όλα η επιχειρηματολογία τους περί "νομιμότητας" και δυνάμεων του "δημοκρατικού τόξου" θα κατέρρεαν. Αν δεν το κάνανε θα φανερωνόταν ότι ο Δήμος Αθηναίων και η κυβέρνηση παραχωρούν στη Χρυσή Αυγή την πιο κεντρική πλατεία της χώρας και τότε θα τάσσοταν ανοιτά υπέρ της. Με αυτό τον τρόπο η Χρυσή Αυγή θα έπαυε να είναι η τόσο χρήσιμη "χρυσή εφεδρεία" στα χέρια του συστήματος: αν η συνεργασία κυβέρνησης - νεοναζί ξεγυμνωνόταν τόσο ξεδιάντροπα, τότε η νεοναζιστική οργάνωση θα σταματούσε να λειτουργεί ως αποσυμπιεστικός σάκος της αγανάκτισης του κόσμου και πολίτιμος αφανής πολιτικός σύμμαχος της κυβέρνησης.Αν δεν της απαγόρευαν να μοιράσει τρόφιμα λόγω "έλλειψης άδειας", δεν θα μπορούσαν να κάνουν το ίδιο και για συγκεντρώσεις άλλων πολιτικών χώρων στο μέλλον.

"Μα και τί θα ήθελες; Μήπως θα ήταν καλύτερο τελικά να τους αφήσουν να μοιράσουν τα τρόφιμα;"

Μα φυσικά και όχι. Είναι φανερό όμως, ότι η αντίθεση του δήμου και της αστυνομίας στη Χρυσή Αυγή, ο "αντιφασισμός τους" αν θέλετε, είναι επίπλαστος και ανούσιος.

Αφενός, αυτό φάνηκε από την ανοχή της αστυνομίας στα σπρωξίδια ακόμη και στην αποκάλυψη οπλοφορίας μελών της Χρυσής Αυγής, από το γεγονός ότι ο Καμίνης δεν έκανε στον βουλευτή της Χρυσής Αυγής Γερμενή για την επίθεσή του.

Αφετέρου, επειδή ο αντιφασισμός δεν είναι "επικοινωνιακές κινήσεις της μιας μέρας". Ειδικά όταν  αυτές βασίζονται στην νομιμότητα και σε μια αόραστη φρασεολογία κατά των διακρίσεων και όχι σε ουσιαστική  πολιτική στάση κατά του ρατσισμού και του φασισμού.

Η Χρυσή Αυγή υπάρχει και έχει μεγαλώσει ακριβώς επειδή δίνει "κάλπικες λύσεις" στη φτώχεια που η πολιτική της κυβέρνησης (στηριζόμενη και από οτν κ. Καμίνη) δημιουργεί. Χωρίς απάντηση σε αυτή την πολιτική, χωρίς πρόταγμα ανατροπής της, χωρίς ριζοσπαστική λύση με κατεύθυνση τις ανάγκες του κόσμου, η Χρυσή Αυγή δεν πρόκειται να εξαφαναστεί.

Η μάχη ενάντια στο ρατσισμό και το φασισμό είναι μία διαρκής μάχη που δεν μπορεί να δώσει καν όλη η αριστερά και ο Α/Α χώρος μόνοι τους. Η μάχη ενάντια στο ρατσισμό και το φασισμό είναι υπόθεση όλης της κοινωνίας.

Όπως έγραψε και κάπου μια συντρόφισσα,

"ο φασισμός θα πεθάνει όταν οι νοικοκυρές τους κυνηγούν με τις σκούπες τους στο δρόμους, όταν τους κυνηγούν οι εργάτες στα σωματεία, οι μαθητές και οι καθηγητές στα σχολεία". 



Monday, March 11, 2013

Η διατήρηση της εμπειρίας και ο ΣΥΡΙΖΑ



Τόσα χρόνια αγώνες, θυσίες και λάθη...

(Στη φωτογραφία ο πρόδρος Χίλτενμπουργκ διορίζει ως καγκελάριο τον Αδόλφο
Χίτλερ σηματοδοτόντας το τέλος της Δημοκρατίας της Βαΐμάρης)
Ένα αδιαμφισβήτητο καθήκον κάθε αριστερής οργάνωσης που φιλοδοξεί ή διατείνεται ότι φιλοδοξεί να οργανώσει τους αγώνες και να οδηγήσει (ή απλώς να μετέχει) στην τελική σύγκρουση και σε αυτό που το σύνολο της αριστεράς και του αναρχικού χώρου ονομάζει "άλλη κοινωνία" είναι να "διαβάζει" την ιστορία" και να λαμβάνει υπόψη της την εμπειρία που προκύπτει από τους προηγούμενους αγώνες.

Να "διαβάζει" την ιστορία, να διαχωρίζει τα σωστά από τα λάθη, να διακρίνει τα θετικά από τα αρνητικά αποτελέσματα και να διαμορφώνει την τακτική της ανάλογα, ώστε να αποφευχθούν τα μελλοντικά λάθη και τα μελλοντικά αρνητικά αποτελέσματα.

Πηγαίνοντας από το γενικό στο συγκεκριμένο, και μάλιστα στην Ελλάδα του 2013, παρατηρούμε ότι διαμορφώνεται μια ιδιαίτερη κατάσταση, ένα εκρηκτικό περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από φτώχεια,  βάναυσα οικονομικά μέτρα, γκεμπελική προπαγάνδα από τα ΜΜΕ, βίαιη καταστολή, γενικότερη ακροδεξιά κυβερνητική πολιτική και έντονη δράση των νεοναζί από την μία και γενικές απεργίες, διαδηλώσεις και καταλήψεις από την άλλη. Ένα περιβάλλον, σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του οποίου παίζει από τον Μάιο του 2012 ο ΣΥΡΙΖΑ, το παγκοσμίως πλέον γνωστό μέτωπο της αριστεράς το οποίο και κατάφερε να σημειώσει το υψηλότερο εκλογικά ποσοστό της αριστεράς στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Και ο καθοριστικός ρόλος του ΣΥΡΙΖΑ είναι γεγονός, ανεξάρτητα του κατά πόσο κανένας συμφωνεί πολιτικά με το πρόγραμμά του (και κατά πόσο τον "εμπιστεύεται" σαν λύση) : και μόνο οι καθημερινές αναφορές είτε από την αριστερά και τον εργαζόμενο κόσμο, είτε από τη Χρυσή Αυγή και από την κυβέρνηση σε αυτόν αρκούν για να το αποδείξουν.

Σε αυτό το τοπίο, η τακτική μιας αριστερής οργάνωσης κρίνεται κατά ένα μεγάλο μέρος και από την αντιμετώπιση που έχει προς το ΣΥΡΙΖΑ, και άρα και προς το κομμάτι της κοινωνίας που τον ψήφισε. Και δυστυχώς, ένα μεγάλο κομμάτι της αριστεράς φαίνεται να ακολουθεί εντελώς λανθασμένη τακτική στο σήμερα, παρόλη την τεράστια εμπειρία που η αριστερά κουβαλάει πια στις πλάτες της.

Από την μία, διαγράφεται η  τακτική του ΚΚΕ το οποίο μην φαίνοντας να έχει αποκομίσει και πολλά από την εμπειρία της Δημοκρατίας της Βαΐμάρης και την άνοδο του ναζισμού επιμένει σε μία σεχταριστική, απομονωτική πολιτική, ενάντια όχι μόνο στο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και στο σύνολο των αγωνιζόμενων δυνάμεων που δεν ελέγχονται από αυτό. Ταυτίζοντας πλήρως το ΣΥΡΙΖΑ με το ΠαΣοΚ και λέγοντας ότι το ΣΥΡΙΖΑ απλώς "αντικατέστησε" το ΠαΣοΚ στο παιχνίδι του δικομματισμού, επιμένει να μην αναγνωρίζει την ριζοσπαστικοποίηση και την διάθεση "προς τα αριστερά" που έδειξε ο κόσμος στις τελευταίες εκλογές. Μάλιστα η ανάλυσή του δικαιολογείται με φράσεις όπως "το κίνημα υποχωρεί", "ο κόσμος δεν έχει συνείδηση", "ο κόσμος αναζητάει την εύκολη λύση", "οι εργαζόμενοι δεν οργανώνονται στα συνδικάτα", μάλλον ξεχνώντας τα εκατομμύρια κόσμου που έχουν κατέβει στους δρόμους τα χρόνια του μνημονίου και επιρρίπτοντας τις ευθύνες όχι στην αριστερά, όχι στον εαυτό του, αλλά στην κοινωνία. Έτσι διατείνεται ουσιαστικά ότι "εμείς κάνουμε ό,τι μπορούμε, αλλά ο κόσμος δεν τραβάει" καταργώντας οποιαδήποτε υπόνοια διαλεκτικής υπάρχει στη σχέση των εργαζομένων της "εργατικής τάξης" με το επαναστατικό κόμμα , "την πολιτική πρωτοπορία". Ουσιαστικά, με λίγα λόγια, υποστηρίζει ότι η επανάσταση διαμορφώνεται πλήρως από αντικειμενικές συνθήκες, τις οποίες αδυνατεί να επηρρεάσει, και μάλιστα φτάνει στο σημείο να αμφισβητεί την ύπαρξη τον αντικειμενικών συνθηκών αυτών στο τώρα.

Σε πολιτικό επίπεδο, ακόμη και η κριτική του ΚΚΕ προς το ΣΥΡΙΖΑ, θυμίζει την παλιά φράση "σοσιαλφασίστες" (με την οποία τα κομμουνιστικά κόμματα και ειδικότερα το KPD συνήθιζαν να αποκαλούν τους σοσιαλδημοκράτες ακριβώς την περίοδο της ανόδου του ναζισμού), ταυτίζοντας τον ΣΥΡΙΖΑ με τα υπόλοιπα αστικά κόμματα, και έχοντας μία πλήρως απαξιωτική αντιμετώπιση βλ. αφίσα του ΜΑΣ  που αναφερόταν στα ταξίδια του Τσίπρα στην Αμερική και είχε τίτλο "βάρεσε προσοχή στον αμερικάνικο Ιμπεριαλισμό" ) χωρίς να σκέφτεται καν το πως θα κάνει μια πιο ουσιαστική κριτική η οποία ενδεχομένως να προσέφερε "εκλογικό" και "οργανωτικό" κέρδος στο ΚΚΕ (όπως π.χ. ένα "ναι" στην πρόταση "συγκυβέρνησης" με παράλληλη δέσμευση του ΣΥΡΙΖΑ σε συγκεκριμένο πρόγραμμα και "ξεμπρόστασμα" σε ενδεχόμενη "δεξιά στροφή" θα οδηγούσε μεγάλο ποσοστό κόσμο του ΣΥΡΙΖΑ στο ΚΚΕ) . Ακόμη, φαίνεται να "ξεχνά" πόσο δυνατός είναι ο εχθρός που έχουμε αυτή τη στιγμή απέναντί μας (λέγε με φασίστες και τρικομματική) αγνοώντας την ανάγκη "κοινής αντιμετώπισής του" και ακολουθώντας ακριβώς την τακτική του KPD στη Γερμανία της δεκαετίας του '20 και του '30.

Το ΚΚΕ φαίνεται να αγνοεί τις όποιες ενδείξεις που έρχονται πολλές ευρωπαϊκές χώρες, στις οποίες από την μία υπάρχει εξεγερτική διάθεση (βλ. Ισπανία, Πορτογαλία) και από την άλλη οργανώσεις της αριστεράς διατείνονται ότι  "ο ΣΥΡΙΖΑ έχει φέρει την ελπίδα στην Ευρώπη" και ότι το ενδεχόμενο ανατρεπτικής κυβέρνησης της αριστεράς  στην Ελλάδα θα προκαλούσε ένα εξεγερτικό κύμα τουλάχιστον στις χώρες του Νότου, το οποίο θα μπορούσε πολύ εύκολα να λάβει ανεξέλεγκτες (με την καλή έννοια) διαστάσεις.

 Γενικότερα, το ΚΚΕ θεωρεί την αριστερά στην υπόλοιπη Ευρώπη "ξεπουλημένη" και ξεχνώντας ότι στην πραγματικότητα ότι αυτά που "ξεπουλήθηκαν" και μάλιστα ισχυρίζεται ότι ένας λόγος που έγινε αυτό ήταν η συμμετοχή της σε συγκυβερνήσεις, μην αναφέροντας ότι  στην πραγματικότητα αυτά που ξεπουλήθηκαν  είναι τα πάλαι ποτέ κραταιά κομμουνιστικά κόμματα (Ιταλίας, Γαλλίας, Ισπανίας) τα οποία "συμβιβάστηκαν" συμπράττοντας με την αστική τάξη και συμμετέχοντας όχι σε κυβερνήσεις της αριστεράς, μα σε αστικές κυβερνήσεις.

Σε προγραμματικό επίπεδο, το ΚΚΕ φαίνεται να μην μπαίνει καν στον κόπο να διαχωρίσει την "κυβέρνηση της αριστεράς" από μία οποιαδήποτε "αστική κυβέρνηση", λέγοντας μάλιστα ότι η "κυβέρνηση της αριστεράς" είναι περιττή προκειμένου να γίνει πραγματικότητα η "άλλη κοινωνία". Έτσι βέβαια ουσιαστικά καταργεί τις  φιλικά προς το ΚΚΕ προσκείμενες κυβερνήσεις όπως αυτές της Κούβας και της Βενεζουέλας (μέχρι πρόσφατα) από τη μία, ενώ παραλείπει να προτείνει ουσιαστικά πώς "θα περάσουμε από την άμυνα στην επίθεση", όπως δήλωσε πρόσφατα στην Ελλάδα και ο Μπεζανσενό (στέλεχος του γαλλικού NPA), από την άλλη.

Στο ίδιο μήκος κύματος, όσον αφορά στη σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται να κινείται και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Από την αντίθετη μεριά, υπάρχει η τακτική (ή καλύτερα το σχέδιο) πολλών στελεχών της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ. Τακτική η οποία δεν διαφέρει και τόσο πολύ από αυτή του ΚΚΕ.

Διατηρώντας στο ακέραιο τα λάθη της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, πριν και κατά τη διάρκεια της οποίας το SPD προτίμησε την εγκαθίδρυση μιας "παραπαίουσας" δημοκρατίας και τη συμφιλίωση των τάξεων από την συνέχιση του αγώνα μέχρι την τελική ανατροπή, η ομάδα γύρω από τον Τσίπρα φαίνεται να προσπαθεί να χαράξει μία "κεντριστική ρότα".

Έχοντας και αυτή με τη σειρά της μία "σεχταριστική πολιτική" ενάντια στο ΚΚΕ, με την λογική ότι  "αφού δεν μας θέλουν μιά φορά, δεν τους θέλουμε δυό φορές", αφήνει πλήρως πίσω της την λογική του καλέσματος στις υπόλοιπες δυνάμεις της αριστεράς καθώς και την πολιτική που θα προέκυπτε από αυτή.

Η "ομάδα γύρω από τον Τσίπρα" φτάνει στο σημείο να αγνοήσει πλήρως την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η κοινωνία. Θεωρεί ότι ο καλύτερος τρόπος να αυξήσει ο ΣΥΡΙΖΑ τα εκλογικά του ποσοστά είναι το να κερδίσει μέρος του "κέντρου", μέσω της συμμετοχής σε εκδηλώσεις όπως αυτή στο ίδρυμα Καραμανλή ή όπως αυτή για την "έξοδο από την κρίση" με τον Αρσένη και την Λ. Κατσέλη, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τι γνώμη θα έχει, για αυτές τις εκδηλώσεις, το 40% των εργαζομένων και των ανέργων που ψήφισαν το ΣΥΡΙΖΑ.

Ο Τσίπρας φτάνει στο σημείο να χαρακτηρίζει τον Καραμανλή "ριζοσπάστη μέσα στον συντηρητισμό του" χρεώνοντάς του την "εμπέδωση των δημοκρατικών θεσμών" και την "νομιμοποίηση του ΚΚΕ", ξεχνώντας μάλλον τον αγώνα που είχε δοθεί στη χούντα για να κερδηθούν όλα αυτά, ξεχνώντας την άγρια καταστολή τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης που συνοδεύτηκε από το δίλημμα "Καραμανλής ή τανκς". Θεωρεί μάλιστα ότι ο Καραμανλής χάραξε διαφορετική πορεία από το Σαμαρά, ξεχνώντας για παράδειγμα ότι η νεοφιλεύθερη εκπαιδευτική αναδιάρθρωση δεν είναι ιδέα του Σαμαρά, αλλά είχε ξαναπροταθεί το μακρινό 1978 με τον περίφημο νόμο 815 του Καραμανλή.

Η τακτική της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, είναι λανθασμένη ακόμη και προς τον ίδιο τον "ΣΥΡΙΖΑ", ακόμη και προς τον κόσμο που ψήφισε το ΣΥΡΙΖΑ.  Η "ομάδα του Τσίπρα" θεωρεί ότι "ο κόσμος δεν κινείται" και ότι ο μόνος (και ικανοποιητικός) τρόπος  αντίδρασης στα μνημόνια και στην κυβερνητική πολιτική είναι η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές. Προσπαθεί να αυξήσει τα εκλογικά ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ, θεωρώντας το 27% δεδομένο, την ίδια στιγμή που ουσιαστικά αγνοεί πλήρως τις τεράστιες συγκεντρώσεις και διαμαρτυρίες που έλαβαν χώρα  σε όλη την Ελλάδα  μόνο την τελευταία εβδομάδα (Αγανακτισμένοι στο Σύνταγμα, πορεία για τις Σκουριές στη Θεσσαλονίκη, πορείες ενάντια στο σχέδιο Αθηνά σε όλη την Ελλάδα).

Η "ηγεσία" αποφεύγει να δει ότι αυτή τη στιγμή υπάρχει πολύς κόσμος που απογοητεύεται από την πολιτική που εξέφρασε ο Τσίπρας στο ταξίδι του στην Αμερική, στην σχετικά πρόσφατη συνέντευξη με την Στάη και στο ίδρυμα Καραμανλή. Αποφεύγει να λάβει υπόψη της ότι  την ίδια στιγμή που η κυβερνητική επίθεση οξύνεται, ο κόσμος αγανακτεί. Ότι, για παράδειγμα, οι κάτοικοι στις Σκουριές συγκρούονται καθημερινά με τα ΜΑΤ. Ότι ο κόσμος γενικά ψάχνει απεγνωσμένα μια ελπίδα, μια απάντηση στο τώρα. Δεν φαίνεται να λαμβάνει υπόψη της ότι ο κόσμος αγωνίζεται και χρειάζεται οργάνωση και συντονισμό του αγώνα του, ενώ δεν μπορεί να αρκεστεί σε μία ασαφή κοινοβουλευτική απάντηση του τύπου "όταν βγούμε κυβέρνηση θα αλλάξουν όλα".

Πολλά από τα ηγετικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ δεν σκέφτονται ότι η απώλεια της ριζοσπαστικής πολιτικής θα έχει ως αντίκτυπο όχι την αύξηση αλλά την μείωση των εκλογικών ποσοστών του ΣΥΡΙΖΑ, αφού ένα μεγάλο μέρος  του 40% των εργαζομένων και των ανέργων που ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ  θα απογοητευτεί από τα "στρογγυλέματα".

Πολλά από τα ηγετικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ δεν καταλαβαίνουν ότι αυτή τη στιγμή το μεγάλο ζήτημα που προκύπτει δεν είναι πόσους καραμανλικούς θα κερδίσει ο Τσίπρας με την ομιλία του, αλλά πως ο ΣΥΡΙΖΑ θα καταφέρει να οργανώσει τα σωματεία, όπως ρωτήθηκε στη Διεθνή Συνάντηση της Αριστεράς που οργάνωσε το rproject.gr.

Η πραγματικότητα της Ελλάδας του 2013 αλλά και στην Ευρώπη του 2013 είναι τόσο σκληρή όσο και ελπιδοφόρα. Η οικονομική επίθεση σε συνδυασμό με την καταστολή και την τρομοκρατία οξύνονται καθημερινά. Η κυβέρνηση δείχνει ότι είναι αδίστακτη και ότι δεν έχει καμία διάθεση "διαπραγμάτευσης". Παράλληλα ο κόσμος αγανακτεί και βγαίνει στο δρόμο και μάχεται καθημερινά, είτε στην Αθήνα, είτε στη Θεσσαλονίκη, είτε στις Σκουριές.

 Αυτό που είναι αναγκαίο σήμερα, η τακτική που προκύπτει από την εμπειρία των περασμένων χρόνων, είναι μια αριστερά που να έχει μαζική απεύθυνση, ενωτική διάθεση, σχέδιο "επίθεσης" και όχι μόνο "άμυνας". Μια αριστερά που να συντονίζει και να οργανώνει τους διάσπαρτους αγώνες αναδεικνύοντάς τους σε κεντρικά πολιτικά ζητήματα (και αντίστροφα οργανώνοντας τοπικούς αγώνες με αφορμή τα κεντρικά πολιτική ζητήματα).  Μια αριστερά που θα καταφέρει να μεταμορφώση την παραπάνω δυναμική σε δύναμη της σύγκρουσης, δύναμης που θα οδηγήσει στην τελική ανατροπή και στη μετάβαση στην "άλλη κοινωνία".

Όσον αφορά στο πώς πρέπει να διαμορφωθεί η σχέση της αριστεράς αυτής με το ΣΥΡΙΖΑ την απάντηση τη δίνει ένα ακόμη ιστορικό παράδειγμα:
δυστυχώς ή ευτυχώς αυτή τη στιγμή ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί την μεγαλύτερη ελπίδα στην Ελλάδα (αλλά και στην Ευρώπη) του 2013. Και δυστυχώς ή ευτυχώς, 22 χρόνια πιο πριν, η κατάρρευση της  τότε "ελπίδας" (των καθεστώτων του "υπαρκτού σοσιαλισμού") παρά τις όποιες κάθετες διαφωνίες κομματιών της αριστεράς με τα καθεστώτα εκείνα, οδήγησε το σύνολο του κόσμο στην απογοήτευση και όχι στη ριζοσπαστικοποίηση του αγώνα.

Thursday, January 10, 2013

Κατάληψη στις ζωές μας (σοκ και συνήθεια)

Η εισβολή στην Villa Amalias δεν είναι απλά η εισβολή
σε ένα κατειλλημένο κτίριο.
Είναι ακόμη βήμα προς την "κατάργηση της κοινωνικής ελευθερίας", 

όπως πολύ  σωστά γράφτηκε. 


Χθες το πρωί, έγινε ανακατάληψη της Villa Amalias. Δυό ώρες αργότερα, τα ΜΑΤ (που στην πραγματικότητα όπως πολύ σωστά έχει ειπωθεί στα social media ήταν αυτά που έκαναν "ανακατάληψη") μπήκαν στην κατάληψη μεταφέροντας όποιον βρίσκονταν εντός του κτιρίου στη Γενική Διεύθυνση Αστυνομίας Αθηνών. Λίγο πιο μετά, μπήκαν και στην κατάληψη Σκαραμαγκά, ενώ κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων χρησιμοποίησαν αρκετά χημικά. Χημικά χρησιμοποιήθηκαν για να διαλυθεί και η άμεση συγκέντρωση των δεκάδων αλληλέγγυων στο Μουσείο, ενώ ακούστηκε ότι χρήση χημικών έγινε μέχρι και στην Ερμού. 

Η χθεσινή πράξη είναι ένα παιχνίδι που παίζεται με την Villa Amalias εδώ και δύο βδομάδες τώρα, έχοντας αρχίσει  πριν τα Χριστούγεννα, και προφανώς όχι τυχαία τότε. Ένα παιχνίδι που είχε σαν φυσική συνέχειά του, την εισβολή στην ΑΣΟΕΕ. Ένα παιχνίδι που αποτελούσε με τη σειρά του συνέχεια της εισβολής των ΜΑΤ στην Χαλυβουργία που απεργούσε το καλοκαίρι. Που αποτελούσε συνέχεια  της άγριας καταστολής κάθε διαδήλωσης ενάντια στην ψήφιση του μνημονίου, ακόμη και συνέχεια του "Ξένιου Δία". Ένα παιχνίδι που εδώ και καιρό έχει πάψει πια να είναι παιχνίδι, και έχει γίνει πολύ σοβαρό ζήτημα.

Ο τίτλος του παιχνιδιού αυτού όπως έχει ειπωθεί πολύ σωστά στο παρελθόν (από άλλους, όχι από μένα) είναι "σοκ και συνήθεια". Σοκ με την έννοια, ενός απότομου κρύου ντους, κατά τη διάρκεια μιας πολύ κρύας μέρας και ενώ είσαι σίγουρος ότι το νερό θα είναι ζεστό και "συνήθεια" με την έννοια της αδιαφορίας που προκαλείται μετά από την αρχικά βίαιη εισβολή ενός φαινομένου στην κατά τα άλλα ήσυχη καθημερινότητά σου.

Η σύνδεση όλων των παραπάνω επιθέσεων των ΜΑΤ, αν και φαινομενικά αόρατη, δεν είναι άλλη από την τακτική η οποία κρύβεται πίσω από τις επιθέσεις. Και η τακτική, ή τουλάχιστον ένα μέρος αυτής,  είναι αυτή που μπορεί να συνοψιστεί στην πολύ εύστοχη φράση  "σοκ και συνήθεια".

Ας πάρουμε για παράδειγμα την Βίλλα Αμαλίας. Ποιός ήταν ο πραγματικός λόγος που οδήγησε τις αστυνομικές δυνάμεις να εισβάλουν στην Βίλλα Αμαλίας; Μήπως η "ανομία" που επικρατούσε εκεί μέσα; Και αν ναι, ποιά ανομία ήταν αυτή; Πώς αυτή η ανομία επηρρέασε τη γειτονιά; "Πολύ", μας διαβεβαιώνει η Χρυσαυγίτισσα δήθεν εκπρόσωπος της συνέλευσης των κατοίκων της περιοχής. "Καθόλου", θα μας διαβεβαιώσει μια πρόχειρη έρευνα από κατοίκους της γύρους περιοχής. "Πολύ ευχάριστα", θα μας διαβεβαιώσει ένα παιδί από την κατάληψη της Βίλλας που μίλησε στην Ελληνοφρένεια.

"Μα ο Καμίνης ήθελε να φτιάξει σχολείο", θα διαμαρτυρηθούν κάποιοι κουνώντας το δάχτυλο.
"Αφού αναγνώριζε την ανάγκη ύπαρξης σχολείου, γιατί την εξέφρασε τώρα, τόσα χρόνια μετά την ανάληψη του δήμου, ή γιατί πιο απλά, δεν προέβαλλε καμία αντίσταση στο σχέδιο "Καλλικράτης" που συγχώνευσε τόσα και τόσα σχολεία;", θα αναρωτηθώ εγώ.

Ό,τι και αν ακούσουμε από τις ειδήσεις των οκτώ, από παντός είδους "καλοθελητές" και "δημοκράτες" υπερασπιστές της "έννομης τάξης" και της πολιτικής της κυβέρνησης (οι οποίοι όπως πολύ εύστοχα παρατηρήθηκε δεν διαμαρτύρονται για την "κατάληψη" της πλατείας του Αγ. Παντελεήμονα από τη Χρυσή Αυγή ή για τα δακρυγόνα που έπνιξαν χθες την περιοχή της Βικτώριας για τους κατοίκους της οποίας τόσο κόπτωνται, συμπληρώνω εγώ), η πραγματικότητα είναι μία: η Villa Amalias ήταν ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο στο οποίο οι "καταληψίες" έδωσαν ζωή, μιας εκεί γινόντουσαν προβολές, παραστάσεις, μαθήματα, συλλογικές κουζίνες και πολλά άλλα δρώμενα, ανεξάρτητα από το κατά πόσο συμφωνεί κανείς με το  πολιτικό περιεχόμενο που αυτά είχαν. Και αυτό  μπορούν να μας το διαβεβαιώσουν, σε πείσμα όσων ισχυρίζονται το αντίθετο, οι αφίσες που καλούν σε αυτές τις προβολές, παραστάσεις, μαθήματα και κουζίνες. Και οι αφίσες είναι αποδείξεις αδιάσειστες.

"Και η μολότωφ; Και η βενζίνη που βρέθηκε στο χώρο;", θα ρωτήσει κάποιος. "Τα μπουκάλια μπύρας και η βενζίνη για τη σόμπα εννοείς", θα του απαντούσα."Στοιχεία ενοχής" τόσο αδιάσειστα που οι "καταληψίες", ή καλύτερα, "οι κάτοικοι της Villa Amalias" αφέθηκαν ελεύθεροι μετά την πρώτη εισβολή. Είναι χαρακτηριστικό άλλωστε ότι μετά τη χθεσινή επιχείρηση, μέχρι το μεσημέρι οι εισαγγελείς προσπαθούσαν να βρουν με τί ακριβώς να κατηγορήσουν τους "καταληψίες".

Και μετά έρχεται η ΑΣΟΕΕ. Για ποιόν λόγο όλες οι αστυνομικές δυνάμεις, από τη δημοτική αστυνομία μέχρι και τα ΜΑΤ μπήκαν στην ΑΣΟΕΕ; Για τους 16 μικροπωλητές χωρίς άδεια;
Μα μικροπωλητές εκδιώκονται κάθε μέρα από το κέντρο της Αθήνας με την επέμβαση πολύ μικρότερων αστυνομικών δυνάμεων. Και αν οι μικροπωλητές ήταν ο λόγος, τότε γιατί οι αστυνομικοί εισέβαλλαν και στα στέκια των παρατάξεων εντός του Πανεπιστημίου; Γιατί "ξήλωσαν" τον ραδιοφωνικό σταθμό που λειτουργούσε εκεί; Επειδή δεν είχε άδεια; "Και για το Mega τότε, γιατί δεν κάνουν κάτι;", θα αναρωτηθώ και 'γω σαν άλλος πιτσιρίκος.

Όχι. Τίποτα από όσα ισχυρίζονται και θα ισχυριστούν ποτέ ο Δένδιας, ο Σαμαράς, η Χρυσή Αυγή, ο Πρετεντέρης και δεν ξέρω 'γω ποιός άλλος ακόμη δεν είναι ο πραγματικός λόγος πίσω από αυτές τις εισβολές.

Γιατί αυτές οι εισβολές, όπως είπαμε προηγουμένως, είναι μέρος μόνο ενός μεγαλύτερου σχεδίου, μιας γενικότερης στρατηγικής που εφαρμόζεται καιρό τώρα.

Αυτό που στην πραγματικότητα συμβαίνει, είναι ότι ο πόλεμος κυβέρνησης - κοινωνίας, η "ταξική πάλη" αν θέλετε πιο "ορθά μαρξιστικά" οξύνεται περισσότερο από ποτέ. Και οξύνεται και θα συνεχίσει να οξύνεται και στο μέλλον , όσο τα μέτρα που προσπαθεί να περάσει η κυβέρνηση γίνονται πιο σκληρά. Γιατί όσο τα μέτρα γίνονται πιο σκληρά, τόσο πιο έντονες μορφές αντίδρασης θα επιλέγει ο κόσμος. Και αυτή τη στιγμή αυτές οι μορφές αντίδρασης πρέπει να τσακιστούν. Γιατί η κυβέρνηση και το κεφάλαιο (ελληνικό και ξένο),  δεν έχουν ούτε χρόνο, ούτε χώρο για οπισθοχωρήσεις.

Αυτό που συμβαίνει είναι ότι η ύπαρξη δύο στρατοπέδων και η σύνθεσή τους γίνεται όλο και πιο διακριτή. Από τη μία, στην μπλε γωνία, είναι η κυβέρνηση που προσπαθεί με κάθε τρόπο (φοροαπαλλαγές κ.α.) να εξυπηρετήσει τις μεγάλες επιχειρήσεις, η Χρυσή Αυγή που προσπαθεί με κάθε τρόπο να αποτινάξει τις ευθύνες από τους δύο προηγούμενους ρίχνοντας τις στους μετανάστες και στους "άπλυτους αριστερούς" και, προφανώς, η αστυνομία, που μόνος της λόγος ύπαρξης πλέον είναι πιο ξεκάθαρα από ποτέ η καταστολή διαδηλώσεων.
Από την άλλη, στην κόκκινη γωνία, είναι όλοι αυτοί, όλοι εμείς που πληττόμαστε από τα μέτρα της κυβέρνησης (εργαζόμενοι, άνεργοι, συνταξιούχοι, αυτοαπασχολούμενοι, μικροϊδιοκτήτες, φοιτητές με γονείς που ανήκουν σε κάποια από τις παραπάνω κατηγορίες κ.λ.π).

Και όσο περνάει ο καιρός, τόσο περισσότερο η κυβέρνηση θα χάνει την κοινωνική νομιμοποίησή της, τόσο περισσότερο θα βασίζεται στους "πατροπαράδοτους" συμμάχους της.

Και αυτό για αυτό ακριβώς προετοιμάζει το έδαφος. Για αυτό ακριβώς προετοίμαζεται χρόνια τώρα, με τα δύο - τρία τελευταία η "προετοιμασία της αυτή", να είναι πιο έντονη από ποτέ.

Για να πάμε λίγο πίσω στο χρόνο, θυμηθείτε την "έναρξη του προγράμματος Ξένιος Δίας". Η υποτιθέμενη ατζέντα της "πάταξης της εγκληματικότητας, που προέρχεται -προφανώς-  κυρίως από τους λαθρομετανάστες", είχε ως αποτέλεσμα την μόνιμη εγκατάσταση αστυνομικών σε κάθε γειτονιά. Το καλοκαίρι είχε "προκαλέσει αίσθηση" το γεγονός ότι οι αστυνομικοί αυτοί δεν ασχολήθηκαν μόνο με τους μετανάστες χωρίς χαρτιά, αλλά προχώρησαν και σε προσαγωγές/προπηλακισμούς/βασανισμούς μεταναστών με χαρτιά, ναρκομανών, τρανς, αριστερών και πάει λέγοντας. Από το καλοκαίρι έπειτα και όμως, η ύπαρξη αστυνομικών σε κάθε γωνιά έχει γίνει μια εικόνα της καθημερινότητας.

Ακόμη πιο πίσω, η βίαιη καταστολή της απεργίας της 5ης Μαΐου 2010 σόκαρε αρχικά, αλλά γρήγορα ξεπεράστηκε από το τραγικό γεγονός της Marfin την ίδια μέρα. Ένα χρόνο αργότερα, όλοι μιλούσαν για την "χουντική συμπεριφορά της αστυνομίας" στις 29 Ιουνίου εν' όψει της ψήφισης του Μεσοπρόθεσμου. Από τότε και έπειτα, η βίαιη καταστολή και  η εκτεταμένη χρήση χημικών είναι πλέον αναμενόμενα σε κάθε μεγάλο κινηματικό γεγονός της πρωτεύουσας. Οι προσαγωγές, "προληπτικές ή μη",  κάποτε προκαλούσαν αντιδράσεις, σήμερα είναι δεδομένο ότι σε κάθε πορεία θα έχουμε κάποιες δεκάδες από δαύτες. Τα περιστατικά τύπου "Μάριος Λώλος" ή "Μανώλης Κυπραίος" δεν προκαλούν πλέον καμία αίσθηση.

Κάποτε, η καταπάτηση του ασύλου που γινόταν αποσπασματικά είχε ως αποτέλεσμα τη συγγραφή τεράστιων άρθρων, την δημιουργία πολλών αφισών και προκυρήξεων αναφορικά με το θέμα. Πλέον, η καταπάτηση του ασύλου του ΑΠΘ στη Θεσσαλονίκη και της Νομικής στην Αθήνα έχει γίνει "παράδοση" μετά από κάθε πορεία στη Θεσσαλονίκη.

Η εισβολή και η κατάσχεση του "ραδιοφωνικού εξοπλισμού" και άλλων αντικειμένων που ήταν στην κατοχή των παρατάξεων στην ΑΣΟΕΕ, όπως και η εισβολή στην Villa Amalias σόκαρε. Όπως είχε σοκάρει και η εισβολή στη Χαλυβουργία. Από την εισβολή στη Χαλυβουργία όμως έχουν γίνει ακόμη δυο - τρεις εισβολές σε εργατικούς χώρους που τελούσαν υπό κατάληψη από απεργούς. Την εισβολή στην Villa Amalias την ακολούθησε η εισβολή στην κατάληψη Σκαραμαγκά, και το σχέδιο "εκκένωσης 40 κατειλλημένων χώρων στην Ελλάδα".

Όλα τα παραπάνω δεν είναι τίποτε άλλο από απλά παραδείγματα του σχεδίου "Σοκ και Συνήθεια". Ενός σχεδίου το οποίο περιγράφεται απλούστατα με το ακόλουθου μοτίβο: η κυβέρνηση, η αστυνομία και η Χρυσή Αυγή, με τη σημαντική συμβολή των ΜΜΕ, προχωρούν σε μια απρόσμενη αυταρχική κίνηση βιαιότητας και τρομοκρατίας, που πιθανόν να τρομάξει. Να σοκάρει. Να συζητηθεί. Να γίνει θέμα για καιρό. Μετά από αυτό τον καιρό, αυτή την "περίοδο εκτόνωσης" που περνάει, η κίνηση, η ενέργεια αυτή, έχει πλέον "συνηθιστεί" (βλ. καταστολή, εισβολή σε κατάληψη, καταπάτηση ασύλου, βασανισμό, ξυλοδαρμό κλπ) . Έχει γίνει καθημερινότητα. Ενώ συνεχίζει να παραμένει το ίδιο αυταρχική, το ίδιο βίαιη, το ίδιο χουντική, έχουμε "μάθει" (με την βοήθεια της TV βεβαίως βεβαίως), τρόπον τεινά, να "ζούμε", να "συνυπάρχουμε" με αυτή. Μετά την πρώτη εμφάνισή της, έχουμε, εξαναγκαστικά αποδεχτεί την προσθήκη της στην ημερήσια ατζέντα.

Ο στόχος του σχεδίου αυτού δεν είναι άλλος από  την συντριβή της οποιαδήποτε δύναμης του "στρατοπέδου της κόκκινης γωνίας". Δεν είναι άλλος από την επιβολή, με κάθε τρόπο, της πολιτικής των "μπλε". Δεν είναι άλλος από τη διασφάλιση  της ανυπαρξίας οποιασδήποτε φωνής μπορεί να διαφέρει, να αντισταθεί, να προκαλέσει οποιουδήποτε είδους "πρόβλημα".

Αυτός είναι ο τρόπος που λειτουργεί η κυβέρνηση, η αστυνομία, η Χρυσή Αυγή.
Εφαρμόζοντας μια, ολοένα και πιο άγρια "σταδιακή χούντα". Κάνοντας, βήμα βήμα, "κατάληψη στις ζωές μας".


Το ερώτημα σε όλα αυτά, είναι ένα: "Πόσος καιρός θα περάσει μέχρι να τις "ανακαταλάβουμε";

Θέλω να ελπίζω, όχι υπερβολικά πολύς.


Wednesday, January 2, 2013

Το κάψιμο των μικρομάγαζων (*) και άλλα παραδοσιακά παραμύθια


ΠΡΟΣΟΧΗ: Το παρόν άρθρο δεν ασχολείται με την στάση των υπαλλήλων των επιχειρήσεων (μεγάλων ή μικρών) στην απεργία στις 30/12 αλλά αναφέρεται αποκλειστικά στην σταση των ιδιοκτητών των επιχειρήσεων αυτών.  


 
"Μικρομάγαζα" στην Ερμού.

"Παρά την γενική απεργία, τα περισσότερα μαγαζιά είναι ανοιχτά, αν και η κίνηση είναι αισθητά μειωμένη από την προηγούμενη Κυριακή",

έγραφε η εφημερίδα "τα Νέα" την Κυριακή 30/12, ως ανταπόκριση από την γενική απεργία των εμποροϋπαλλήλων που είχε προκυρηχθεί εν' όψει της απόφασης να παραμένουν τα εμπορικά μαγαζιά και τις Κυριακές, ανακηρύσσοντας έτσι επίσημα την "αποτυχία" της γενικής απεργίας και άρα, τρόπον τεινά, την κοινωνική επικύρωση της κυβερνητικής επιλογής.

Υποθέτω, χωρίς να έχω σαφή εικόνα, ότι παρεμφερή ήταν τα δημοσιεύματα στο "Βήμα" και  στην "Καθημερινή", εφημερίδες, δηλαδή που αποτελούν αυτή τη στιγμή τον κύριο εκφραστή της κυβερνητικής φωνής.

Το περίεργο ήταν ότι παρά τις διαβεβαιώσεις των καθεστωτικών ΜΜΕ, μια βόλτα στη γειτονιά μου διέψευδε πλήρως την εικόνα που έδιναν τα "Νέα": όλα τα μαγαζιά ήταν κλειστά. Όλα, με μία και μοναδική εξαίρεση: ένα υποκατάστημα γνωστής αλυσίδας supermarket.

Δεν θα μου φαινόταν καθόλου παράξενο, αν η ίδια εικόνα ίσχυε και σε υπόλοιπες γειτονιές της Αθήνας. Παντού κλειστά μαγαζιά, με τρανές εξαιρέσεις υποκαταστήματα αλυσίδων.

Η παραπάνω παρατήρηση, ανεξάρτητα από το κατά πόσο διαψεύδει τα "Νέα", ανεξάρτητα από το κατά πόσο  μειώνει ή όχι την αξιοπιστία μιάς εκ των πιο "έγκυρων" εφημερίδων, δεν διαψεύδει αναγκαστικά την εικόνα που ενδεχομένως έδινε εκείνη την ημέρα το κέντρο της Αθήνας. Δεν την διαψεύδει, αν αναλογιστούμε το τί μαγαζιά υπάρχουν στο κέντρο της Αθήνας.

Και αυτά τα μαγαζιά δεν είναι άλλα από τα μεγαλύτερα υποκαταστήματα μερικών εκ των μεγαλύτερων αλυσίδων πολυεθνικών και εθνικών επιχειρήσεων στην καλύτερη περίπτωση, ή μεμονωμένα τεράστια μαγαζιά μεγάλων επιχειρηματιών στην χειρότερη.

Μια πρόχειρη εικονική αναδρομή στα μαγαζιά της Ερμού και των γύρω δρόμων είναι νομίζω ικανή να πείσει και τον πιο δύσπιστο.

"Προς τί η δήλωση των Νέων, τότε;" θα ρωτήσει κάποιος αγαθός. "Βιασύνη; Έλλειψη ενημέρωσης; Τυπογραφικό λάθος; Επιτηδευμένη παραποίηση γεγονότων και ξεδιάντροπη έλλειψη δημοσιογραφικής δεοντολογίας με σκοπό την προώθηση της κυβερνητικής πολιτικής; " Πέρα από το προφανές της απάντησης, η δήλωση των "Νέων", έχει και έναν δευτερεύοντα αλλά εξίσου σημαντικό χαρακτήρα. Έναν χαρακτήρα ο οποίος δεν είναι διαφορετικός από τις δηλώσεις των Νέων περί του "σπασίματος βιτρινών μικρομάγαζων (*) " του Δεκέμβρη του '08 ή τις δηλώσεις του Σαμαρά και της Χρυσής Αυγής περί "δοκιμαζόμενου ελληνικού λαού" και πως "όλοι οι Έλληνες όλοι μαζί μπορούμε".

Έναν χαρακτήρα ο οποίος δεν είναι άλλος από το τσουβάλιασμα μικρών φούρνων και του Βενέττη, έναν χαρακτήρα ο οποίος δεν είναι άλλος από την ταύτιση μικρών βιβλιοπωλείων με τον Παπασωτηρίου, την ομογενοποίηση ψιλικατζίδικων με τα Carrefour.  Έναν χαρακτήρα ο οποίος, σε τελική ανάλυση δεν διαφέρει από την εξίσωση των τραπεζών με τις μικροεπιχειρήσεις και την ομαδοποίηση φτωχών και πλούσιων Ελλήνων.

Τα "Νέα" λέγοντας "τα μαγαζιά παρέμειναν ανοιχτά" και μην κάνοντας τον διαχωρισμό του "ποιά μαγαζιά ήταν ανοιχτά" , συγκρίνουν τα Public με το μανάβικο της κυρά - Νίτσας, όπως ακριβώς ο Πάγκαλος σύγκρινε τις ευθύνες του Μπόμπολα και του ΠΑΣΟΚ με τις ευθύνες των εργαζομένων για την οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα λέγοντας "μαζί τα φάγαμε", όπως ακριβώς η Χρυσή Αυγή ταυτίζει τον Λάτση με κάθε εργαζόμενο λέγοντας "οι Έλληνες υποφέρουν".

Οι παραπάνω συγκρίσεις, οι παραπάνω γενικεύσεις, αν θέλετε, είναι ένα έργο χιλιοπαιγμένο. Ένα έργο που, παλιότερα,  σκοπό είχε να μας πείσει ότι είναι το ίδιο να καις ένα Ι.Χ. με το να καις μια τράπεζα. Ένα έργο που, γενικότερα, σκοπό έχει να μοιράσει τις ευθύνες και τα να συγκαλύψει τα αίτια για την κατάσταση στη χώρα, αποκρύπτοντας έτσι τους πραγματικούς ιθύνοντες για την κρίση.

Γιατί στην πραγματικότητα, δεν είναι όλοι το ίδιο. Δεν ευθύνονται όλοι για την κρίση.  Δεν μπορούν, για παράδειγμα,  να συγκριθούν τα  χρέη των μεγάλων επιχειρήσεων στο δημόσιο που έχουν αλλά δεν θέλουν να πληρώσουν (λέγε με φοροδιαφυγή, χρέη στη Δ.Ε.Η) με τα χρέη των εργαζόμενων που δεν έχουν να πληρώσουν. Δεν μπορεί να εξισωθεί η κατάχρηση του δημοσίου χρήματος από τους Έλληνες κυβερνώντες και Έλληνες επιχειρηματίες, με την "φοροδιαφυγή" του καθενός  Έλληνα μισθωτού υπάλληλου, ούτε καν με την συνολική "φοροδιαφυγή" όλων των Ελλήνων μισθωτών υπαλλήλων μαζί.

Όπως ακριβώς δεν μπορούμε να πούμε ότι όλες επιχειρήσεις, μεγάλες ή μικρές, είναι το ίδιο. Δεν μπορούμε να πούμε ότι όλες οι επιχειρήσεις, ευθύνονται  ή πλήττονται (ή τουλάχιστον, ευθύνονται ή πλήττονται το ίδιο) για και από  την κρίση.

Και την Κυριακή, αυτές οι επιχειρήσεις που ήταν ανοιχτές, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, ήταν ακριβώς αυτές που ευθύνονται για την κρίση.



(*): Μικρομάγαζα, τα (ουσ.) : διαδεδομένη λαϊκίστικη έκφραση αστικών εφημερίδων, που άρχισε να χρησιμοποιείται κατά κόρον από τον Δεκέμβρη του 2008 απο επιφανείς δημοσιογράφους ως έκφραση που χαρακτηρίζει ένα μεγάλο εύρος μαγαζιών, αρχίζοντας από την ΔΕΛΤΑ της γειτονιάς και φτάνοντας στην τράπεζα Πειραιώς. Αιτία της χρήσης έκφρασης αυτής είναι συνήθως η προσπάθεια ταύτισης όλου του εύρους των παραπάνω μαγαζιών με απώτερο σκοπό την απόκρυψη ευθυνών, την συγκάλυψη στοχεύσεων και την απόδοση ελαφρυντικών.




Υ.Γ: Προτού παρεξηγηθώ, να διευκρινήσω ότι δεν θεωρώ τους ιδιοκτήτες επιχειρήσεων άγιους, όπως και δεν αγνοώ τον ρόλο των εργαζόμενων στο να "κλείσει ένα μαγαζί" την ημέρα της απεργίας. Αυτό όμως είναι άσχετο με το μερίδιο ευθύνης που οι μικροεπιχειρηματίες φέρουν για την οικονομική κατάσταση της χώρας και το γεγονός ότι η κινητικότητά στα μικρά καταστήματα έχει μειωθεί αισθητά με αποτέλεσμα, σε πάρα πολλές περιπτώσεις, το οριστικό λουκέτο. 

Saturday, October 20, 2012

Στο ίδιο έργο θεατές (η σημαία και ο σταυρός είναι ο φερετζές του φασίστα)




" Ήρθαμε να τιμήσουμε τη σημερινή εορτή", είχε δηλώσει
ο βουλευτής της Χρυσής Αυγής Γ. Γερμενής,
την μέρα του πανηγυριού της Παναγίας στη Ραφήνα.
 

Τον τελευταίο καιρό όλο και πιο ευφάνταστοι, όλο και πιο δημιουργικοί συνδυασμοί της ελληνικής σημαίας και της μαύρης μπλούζας με αρχαιοελληνικού τύπου γράμματα κάνουν την εμφάνισή τους. Το γαλανόλευκο με το μαύρο απ' ότι φαίνεται πάει πολύ, σε κάθε στυλ, έτσι ώστε να θυμίζει όσο περισσότερο γίνεται Χρυσή Αυγή, αλλά αν το δεις πιο προσεκτικά να είναι κάποια ομάδα πυγμαχίας, κάποιο γυμναστήριο ή γενικότερα χώρος άθλησης που το σώμα γυμνάζεται και το μυαλό απονεκρώνεται.

Αν το σκεφτεί κανείς καλά, είναι τραγελαφικό το γεγονός ότι Χρυσαυγίτες και λογιών λογιών φασίστες μάχονται υπέρ της ελληνικής σημαίας, την ίδια στιγμή που αν ζούσαν 60 χρόνια πριν θα έκαναν τα πάντα ώστε να φροντίσουν να διαλυθεί οποιασδήποτε μορφής αντίσταση ενάντια στο Γερμανό κατακτητή, όπως ακριβώς έκαναν και οι πολιτικοί τους πρόγονοι (σ.σ: ταγματασφαλίτες και ναζί, για όποιον δεν πιάνει τα υποννοούμενα).

Το ίδιο παράλογο είναι και η υπεράσπιση του δεύτερου σκέλους του πατρίς - θρησκεία - οικογένεια, ειδικά όταν βλέπεις δηλωμένους παγανιστές, δωδεκαθεϊστές ακόμη και σατανιστές να στέκονται μπροστά σε φανατισμένες γιαγιάδες και αιμοσταγείς παπάδες και να διαμαρύρονται με μένος ενάντια σε ένα έργο που "προσβάλλει τη θρησκεία" που πριν από κάποιους μήνες προσέβαλλαν οι ίδιοι. Ακόμη πιο παράλογο από την επίκληση του "χριστιανικού πνεύματος" την ίδια στιγμή της καταπάτησής του, είναι να έχεις και τον άλλο που έγραφε ύμνους στο σατανά (σ.σ. Γερμενής) να δηλώνει στις κάμερες ότι πήγε στη Ραφήνα προκειμένου να "τιμήσει" την Παναγία.

Και κάπου κάπου, σκέφτεσαι, μα πώς τα βλέπει όλα αυτά ο κόσμος και τα δέχεται; Πώς δεν πειράζει τον "πατριώτη" που νοσταλγοί του Χίτλερ δηλώνουν "πατριώτες"; Πώς δεν πειράζει τον χριστιανό που  άνθρωποι που λίγους μήνες απαρνιόντουσαν τον Χριστό, τώρα δηλώνουν υπέρμαχοί του και επιτίθενται σε αλλόδοξους, κάτι που ο ίδιος ο Χριστός μισούσε; Πώς δεν αναρωτιέται ο μαγαζάτορας, γιατί η Χρυσή Αυγή σπάει πάγκους μεταναστών την ίδια στιγμή που δέχεται την "ρύθμιση χρεών" κάποιων εκ των μεγαλύτερων 'επιχειρήσεων', των ΠΑΕ;

Αλλά ύστερα σκέφτεσαι και το άλλο. Σκέφτεσαι ότι κάθε μέρα, μετανάστες δέχονται επίθεση. Σκέφτεσαι την ίδια στιγμή που το ξέρουμε αυτό, καθόμαστε και συζητάμε σοβαρά για το κατά πόσο οι μετανάστες ευθύνονται για την ανεργία. Την ίδια ώρα, το ίδιο λεπτό, που γνωρίζουμε ότι ένας Πακιστανός μαχαιρώνεται κάπου στο κέντρο της Αθήνας, σκεπτόμαστε το πώς έχουν επηρρεάσει οι μετανάστες τη ζωή μας, λες και υπάρχει κάποια λογική ζυγαριά που μπορεί να εξισώσει το πλήθος των μεταναστών στην Ελλάδα με τον φόνο αθώων ανθρώπων. Σκέφτεσαι ότι η ανοχή και η απάθεια κάποιων από μας σε τέτοια περιστατικά είναι γεγονός.

Και ύστερα αναρωτιέσαι πιο πολύ. Αναρωτιέσαι πώς σε "μια δημοκρατική χώρα", που η "νομιμότητα" είναι η υπέρτατη αρετή, τέτοιες ρατσιστικές επιθέσεις δεν αναφέρονται καν στα ΜΜΕ, τη στιγμή που κάποτε θα έκαναν τον γύρο των καναλιών τουλάχιστον για μια εβδομάδα. Σκέφτεσαι τα βίντεο που έπαιζαν κάποτε συνεχόμενα στην TV από την συντονισμένη επίθεση Χρυσαυγιτών και μπάτσων σε αριστερούς και αναρχικούς κατά τη διάρκεια πορείας για τα Ίμια, σε αντίθεση με την τωρινή τους σιωπή μπροστά σε τέτοιες επιθέσεις. Σκέφτεσαι πως δεν γίνεται να έχουν ξεχαστεί όλα αυτά. Σκέφτεσαι πως μάλλον είσαι κομπάρσος σε ένα καλοστημένο θέατρο του παραλόγου.

Και ύστερα θυμάσαι. Θυμάσαι σκηνές από το έργο, σαν να το έχεις ξαναδεί. Θυμάσαι τα δημοσιεύματα στις εφημερίδες, όταν Αλβανοί ερχόντουσαν κατά συρροή στην Ελλάδα όπου προειδοποιούσαν τους Έλληνες για το πόσο "βρωμιάρηδες" και "εγκληματίες" είναι. Θυμάσαι την ερώτηση που πάντοτε φρόντιζε ένας σωστός δημοσιογράφος να κάνει, σε κάθε θύμα διάρρηξης: "Μήπως μιλούσε σπαστά ελληνικά;". Θυμάσαι  τις κορώνες του Χριστόδουλου και των οπαδών του περί υποχρεωτικής αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες. Θυμάσαι πόσα σκάνδαλα έχουν θαφτεί, και θυμάσαι ότι όσα βγήκαν στην επιφάνεια παίχτηκαν για καμιά βδομάδα στα ΜΜΕ και μετά "χάθηκαν από τη δημοσιότητα αιφνιδίως". Θυμάσαι το πόσο και πώς προβλήθηκαν περιστατικά όπως αυτό με τη Marfin, εκείνη την απεργία του Μαΐου. Τα θυμάσαι όλα αυτά και καταλαβαίνεις πως το έργο είναι πολύ καλά προβαρισμένο.


Καταλαβαίνεις πως όλη η Ελλάδα είναι ένα τεράστιο Χυτήριο. Και τόσες δεκαετίες, γίνονται πρόβες με σκοπό να ανέβει ξανά και ξανά το ίδιο έργο, κάθε φορά πιο μεγάλο, πιο φτιασιδωμένο, πιο θεαματικό.

Πρόβες που καλλιεργούν τον φόβο, πρόβες που καλλιεργούν τον ρατσισμό, πρόβες που καλλιεργούν την ανοχή και την απάθεια. Πρόβες που αποπροσανατολίζουν, πρόβες που δικαιολογούν την φτώχεια και την πείνα των εργαζομένων και συνάμα την κερδοφορία των πλουσίων.

Πρόβες που σκοπό έχουν να καταλήξουν σε μια ολοένα και μεγαλύτερη παράσταση.
 Και τώρα, αυτή η παράσταση παίζεται. Οι πρωταγωνιστές, βγάζουν δειλά - δειλά τις μάσκες τους, σφίγγουν ο ένας το χέρι του άλλου, και τα δίνουν όλα πάνω στο σανίδι, προσπαθώντας απεγνωσμένα να πείσουν το κοινό.

Θα είναι άραγε, η τελευταία τους παράσταση;

Saturday, October 13, 2012

Είσαι εσύ

Κάποιος που δεν ξέρω ποιος είναι, μα μοιάζει λίγο σε όλους μας. 

Φίλε, σύντροφε, συναγωνιστή ή απλώς άγνωστε αναγνώστη που έτυχε να μπεις εδώ:

Αν και μπορεί να μη γνωριζόμαστε, ή και να μη γνωριστούμε ποτέ θέλω να σου ζητήσω μια χάρη. Θέλω, την επόμενη φορά που θα ακούσεις για οποιοδήποτε περιστατικό σύλληψης, κρατικής ή φασιστικής βίας και καταστολής πριν πεις "δεν τον ξέρω, δεν με ενδιαφέρει, δεν με νοιάζει, στ'αρχίδια μου" και αποστασιοποιηθείς, να σκεφτείς καλά:

Ο μετανάστης που πυροβολήθηκε από φασίστες και ύστερα στάλθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης τις προάλλες στην Κόρινθο  θα μπορούσες να ήσουν εσύ.

Ο αντιφασίστας που βασάνισαν με το τάζερ και ύστερα συνέλλαβαν θα μπορούσες να ήσουν εσύ.

Ένας από τους εργαζομένους στα ναυπηγεία, στη ΓΕΝΟΠ, στο Δρομοκαΐτειο που συνέλλαβαν την προηγούμενη βδομάδα επειδή τόλμησαν να διεκδικήσουν τα δεδουλευμένα τους θα μπορούσες να ήσουν εσύ.

Η κοπέλα που ένας ΜΑΤατζής χρησιμοποίησε ως ανθρώπινη ασπίδα ενάντια στις πέτρες των διαδηλωτών θα μπορούσες να ήσουν εσύ.

Ένας από τους τέσσερις που συνέλαβαν στην Πάτρα και τους κατηγορούν για κακουργήματα χωρίς να φταίνε θα μπορούσες να ήσουν εσύ.

Ο δημοσιογράφος/μπλόγκερ που ο Παναγιώταρος έβρισε και προπηλάκισε επειδή "έτσι γουστάρει" θα μπορούσες να ήσουν εσύ.

Ο δημιουργός της σελίδας "γέρων Παστίτσιος"  ή οποιασδήποτε σατυρικής σελίδας που σχετίζεται με τη θρησκεία θα μπορούσες να ήσουν εσύ.

Ένας από τους ηθοποιούς του έργου Corpus Cristi που δεν άφησαν να παίξει την παράστασή του και τον αποκάλεσαν "πουστράκι" θα μπορούσες να ήσουν εσύ.


Και μετά από όλα αυτά, πριν πεις "όχι, δεν μπορεί να ήμουν εγώ" σκέψου ότι όλοι οι παραπάνω, κάποια στιγμή στη ζωή τους μπορεί να είχαν σκεφτεί το ίδιο. Και όμως, "έγιναν αυτοί".
Σήκω λοιπόν από τη βολική γούβα του καναπέ σου και δράσε.

Και θυμίσου τα παρακάτω παραποιημένα γνωστά λόγια: "Η κρατική - φασιστική καταστολή πρώτα έρχεται για τους 'άλλους', και μετά για όλους".