Thursday, June 25, 2015

Για μία διαλεκτική προσέγγιση της καλυτέρευσης των ζωών μας




Ο γενικός δρόμος προς την γενική απελευθέρωση για να είναι
γενικά καλύτερα από γενικά χειρότερα. Γενικώς μιλώντας.

Στην, καθομολουγωμένως, ενδιαφέρουσα συνάντηση της ψυχολογίας με την αριστερά, ένα κομμάτι διανοουμένων επηρρεασμένο από την λακανική προσέγγιση, χρησιμοποιεί το εργαλείο της ψυχολογίας και της ψυχανάλυσης προκειμένου να τεκμηριώσει την απάντηση  στο ερώτημα του γιατί "οι προλετάριοι στρέφονται ενάντια στο ιστορικό συμφέρον τους", δηλαδή στην απελευθέρωση της τάξης τους και στην μετάβαση στο σοσιαλισμό (το τι ακριβώς εννοεί ο καθένας με αυτό είναι άλλο θέμα).

Με πιο απλά λόγια δηλαδή, διερευνάται το ποιοί είναι οι ψυχολογικοί λόγοι για τους οποίους οι εργαζόμενοι δεν στρατεύονται στην υπόθεση του σοσιαλισμού και συνεχίζουν να υφίστανται ένα καθεστώς εκμετάλλευσης, ψηφίζοντας για παράδειγμα αστικά κόμματα κ.α.α

Αν και δεν τάσσομαι υπέρ της ανάλυσης κοινωνικών φαινομένων με ψυχολογικούς όρους, πόσω μάλλον όταν αυτοί σχετίζονται τόσο πολύ με το άτομο αυτό καθαυτό, ισχύει το εξής:

η ζωή είναι, αντικειμενικά, δύσκολη. Η καλυτέρευσή της, σε κάθε επίπεδο, από μικρά πράγματα της καθημερινότητας μέχρι τα μεγαλύτερα (που προφανώς είναι διαλεκτικά αλληλένδετα) είναι μια εξελιτική πορεία, που γίνεται βήμα το βήμα.

Η πορεία αυτή και τα βήματά της δεν προκύπτουν κάπως αλλιώς πέρα από τις συνεχείς συγκρούσεις του υπαρκτού με το επιθυμητό (όπως "επιτάσσει" και η διαλεκτική):  της κατάστασης που βρισκόμαστε με την κατάσταση στην οποία επιθυμούμε να φτάσουμε. Η δυναμική που δημιουργείται μέσα από τις παραπάνω αντιφάσεις, είναι αυτή που ωθεί τη συγκεκριμένη πορεία τη συγκεκριμένη διαδρομή. Χρησιμοποιώντας ένα "πεζό" παράδεγιμα, μία αύξηση μισθού σε έναν κλάδο εργαζομένων προέρχεται από τη σύγκρουση που προκύπτει από τους αγώνες εκείνων των εργαζομένων που πρώτα και κύρια επιθυμούν μεγαλύτερο μισθό, με την κατάσταση στην οποία παίρνουν συγκεκριμένο μισθό και αυτούς τους οποίους τη διατηρούν.

Είναι προφανές ότι για να ξεκινήσει και να συνεχιστεί μια τέτοια πορεία, μια πορεία της κοινωνίας και του κάθε ατόμου ταυτόχρονα, έναν σημαντικό παίζουν οι ενέργειες του κάθε ατόμου, μιας και η κοινωνία δεν είναι τίποτα άλλο από ένα οργανωμένο σύνολο ατόμων.

Εχει τεράστια σημασία λοιπόν, η αγωνία του καθενός για την καλυτέρευση της ζωής σε κάθε επίπεδο: έχει σημασία η μη - υποταγή στα κυρίαρχα πρότυπα, έχει σημασία η απόρριψη ενός βίαια "δοσμένου ρεαλισμού", η απόρριψη της εμπέδωσης της ανικανότητας του (μας) για κάτι διαφορετικό.
Έχει σημασία η απόρριψη της ήδη υπάρχουσας κατάστασης ως μοναδικού και αναγκαίου δρόμου, είτε μιλάμε για το οικονομικό σύστημα, είτε μιλάμε για τις συνθήκες εργασίες, είτε μιλάμε για μία φιλική ή ερωτική σχέση.

Προφανώς αν δεν πιστέψεις ότι κάτι δεν είναι εφικτό, αν δεν κινητοποιηθείς για αυτό το κάτι, τότε αυτό το κάτι δεν πρόκειται να γίνει. Τότε δεν θα δημιουργηθούν εκείνες οι δύο καταστάσεις και η μεταξύ τους αντίφαση, δεν θα υπάρξει καν η δυναμική μιας οποιαδήποτε "αλλαγής". Η αποδοχή δηλαδή μιας οποιαδήποτε δυσάρεστης κατάστασης ως "αντικειμενική πραγματικότητα", η αναπαραγωγή της νοοτροπίας "έτσι έχουν τα πράγματα, τί να κάνουμε;" οδηγεί ακριβώς στην ανυπαρξία καλύτερης προοπτικής.

[Κενή παράγραφος για εισαγωγή επιχειρημάτων υπεράσπισης της συμφωνίας]

Όπως λένε άλλωστε, για να πετύχεις το εφικτό, πρέπει να ονειρευτείς το ανέφικτο.

Φτηνά Τσιγάρα: μια προσπάθεια ανάλυσης

Ανεξαρτήτως της πορείας διαπραγματεύσεων και πολιτικών εξελίξεων, μιας
και καλοκαίριασε (και ταιριάζει), μια προσπάθεια ανάλυσης - εξήγησης σε όσους
εκείνους έχουν δει την ταινία του Χαραλαμπίδη και αμφισβητούν
ή αμφιβάλλουν για την ποιότητά της (ή και για την ίδια την ιστορία της).
ΠΡΟΣΟΧΗ: AKOΛΟΥΘΕΙ ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ
(ΣΣ.: ΕΝΝΟΕΙ SPOILERS)

Στιγμές. Και γόπες. Σβησμένα αποτσίγαρα που "αποθηκεύουν" τις στιγμές. Γόπες - αναμνήσεις στιγμών που πέρασαν. 

Συλλογή γοπών. Συλλογή στιγμών από τον καφετζή της ταινίας, και περιγραφή τους από τον σκηνοθέτη της.

Φτηνά Τσιγάρα.

Μία ταινία που περιγράφει μια διαδρομή. Τη διαδρομή της αγάπης, του έρωτα γενικώς.  Και τη διαδρομή μιας σχέσης μεταξύ ενός άντρα και μιας γυναίκας ειδικώς.


Μέσα από μια  γνωριμία ενός άντρα και μιας γυναίκας και την εξέλιξη αυτής ως κύριο "ελατήριο" της ταινίας, καθώς και την ύπαρξη και τους διαλόγους των δευτερευόντων χαρακτήρων, ο Ρένος Χαραλαμπίδης μας δίνει τη δικιά του ματιά, για διάφορες πτυχές και μορφές μιας ερωτικής σχέσης ή των ερωτικών σχέσεων γενικότερα.

Ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί τις αλλαγές σκηνών, τα χρονικά άλματα, για να ξετυλίξει ένα κουβάρι, να αφηγηθεί μία ιστορία, που στην πραγματικότητα, δεν είναι μία αλλά πολλές: η ιστορία του έρωτα, της ερωτικής σχέσης και ο τρόπος με τον οποίο την προσεγγίζουν διάφοροι τύποι ανθρώπων.

Κύρια έννοια της ταινίας και της αφήγησης, δεν είναι άλλη από αυτή της αναζήτησης: η αναζήτηση της άμεσης απόλαυσης μέσω της αυτοϊκανοποίησης (όπως περιγράφεται από τον χαρακτήρα που παίζει ο Τσάκωνας σε σκηνή στο καφέ), η  αναζήτηση του πάθους και της ικανοποίησης της της αυτοεκτίμησης (από τη γυναίκα ενός ζευγαριού που τα "φτιάχνει" με τον γυμναστή της Τέλη που την αποκαλεί "μουνάρα") η αναζήτηση  της ανάμνησης του παρελθοντικού και πλέον εξιδανικευμένου μαθητικού έρωτα (η "Βασούλα" που ψάχνει ο Μανώλης με τη ντουντούκα στο μπαλκόνι του, που αν και πλέον παχύσαρκη και μη - επυθυμητή, έχει χαρακτεί ανεξίτηλα στην μνήμη του).
Και τέλος, η πιο σκληρή και δύσκολη αναζήτηση, η κύρια υπόθεση της ταινίας: η αναζήτηση της πρωταγωνίστριας από τον πρωταγωνιστή, που δεν είναι τίποτα άλλο από την αέναη αναζήτηση του έρωτα, της σύναψης μιας ερωτικής σχέσης.

Η ταινία ξεκινάει με μία ανεκπλήρωτη επιθυμία: την ανεκπλήρωτη επιθυμία του Νίκου (Ρένος Χαραλαμπίδης) που απευθύνεται τη Σοφία (Άννα Μαρία Παπαχαραλάμπους), την ανεκπλήρωτη επιθυμία ενός οποιουδήποτε άντρα προς μια γυναίκα ,"πως θα 'θελε τόσο πολύ να την εντυπωσιάσει".
Συνεχίζει με μια παραδοχή: "ότι η μοναδική τους συνάντηση ήταν ξαφνική και σύντομη, σαν μια μπόρα"

Πράγματι, στη συνέχεια, περιγράφεται η πρώτη συνάντηση του Νίκου με τη Σοφία: δυο διπλανά καρτοτηλέφωνα στα οποία βρίσκονται ο καθένας για τους δικούς του λόγους και η προσέγγιση της Σοφίας από το Νίκο. Ο Νίκος, καλώντας το καρτοτηλέφωνο της Σοφίας από το δικό του, θέτει στη Σοφία ένα φανταστικό πρόβλημα: την μεταφέρει σε ένα υποθετικό μέλλον, στο οποίο η Σοφία όντας παντρεμένη, αμφισβητεί την πορεία της ζωής της και τις μέχρι τότε επιλογές της. "Και αν", της λέει, "αναρωτηθείς τότε αν εκείνος ο  τύπος στο καρτοτηλέφωνο που του είπες όχι ήταν ο άντρας της ζωής σου;"
"Άσε με να αποδείξω πως δεν είμαι αυτός", της λέει, καταστρέφοντάς απότοτομα ένα εξειδανικευμένο αλλά πολύ συνηθισμένο σενάριο, που δημιουργούν όλοι οι άνθρωποι όταν συνηθίζουν να αναπολούν το παρελθόν και όλα όσα εκείνα τελικά δεν τόλμησαν.
Τα Φτηνά Τσιγάρα μας μπάζουν γρήφορα στα βαθιά, παρουσιάζοντας ένα "φιλοσοφικό ζήτημα",  από τα πολλά με τα οποία καταπιάνεται η χαρακτηρισμένη -λαθεμένα- από πολλούς "αστεία" ή "cult" ταινία.

Η ανάγκη της Σοφίας για ένα τηλεφώνημα και η πρόταση του Νίκου "για ανταλλαγή λίγων μονάδων με μια βόλτα μέχρι το επόμενο καρτοτηλέφωνο" κάνει τη γνωριμία τους να έχει συνέχεια.

Η οποία γνωριμία, μέσα από μια νυχτερινή βόλτα στο άδειο κέντρο της Αθήνας, περιγράφεται στην ταινία με διαλείμματα: τα διαλείμματά αυτά ασχολούνται με το καφέ στο οποίο συχνάζει ο Νίκος και τους θαμώνες του ή τη σχέση του Νίκου με έναν περίεργο κακοποιό, ονόματι Μιχάλη, και τις "παρέες του" (πουτάνες και μαφιόζοι).

Μέσα από την παράθεση καρικατούρων, ο Χαραλαμπίδης παρουσιάζει ουσιαστικά καθημερινές καταστάσεις, απόψεις και ενέργειες ανθρώπων (πολλές φορές και του ίδιου ανθρώπου) σε σχέση με τον έρωτα. Η αναζήτηση για μία "επιφανειακή" σχέση, η "άρνηση της ερωτικής επιθυμίας για χάρη της φιλοσοφίας" οι "άτσαλες" προσπάθειες ενός άνδρα να προσεγγίσει μια γυναίκα μέσω τηλεφώνου, οι επευφημίες, οι συμβουλές, η κριτική των τρίτων.

Παράλληλα, η γνωριμία του Νίκου και της Σοφίας εξελίσσεται στη διάρκεια μιας νύχτας.
Η γνωριμία τους περνάει από όλα εκείνα τα στάδια της πρώτης γνωριμίας ενός άνδρα με μία γυναίκα: οι πρώτες προσπάθειες του άνδρα ώστε να έρθουν πιο κοντά συναντούν την υπεροψία και τις ψυχρές αντιδράσεις μιας αρχικά "αδιάφορης" γυναίκας (η οποία όπως αναφέρεται και στην αρχή, είναι ήδη σε σχέση). Τα πρώτα "ανοίγματα" της καρδιάς του ζευγαριού, ο πρώτος τσακωμός, το πρώτο περπάτημα δίπλα - δίπλα, κάνουν όλα την εμφάνισή τους.

Η γνωριμία τους κορυφώνεται το ξημέρωμα σε μια καντίνα στον Λυκαβηττό, όπου η Σοφία κλείνει τα μάτια του Νίκου, απλώνεται σιωπή, ο ένας ψηλαφίζει τον άλλο (σωματικά και ψυχικά), με τα πρόσωπά τους να ακουμπούν, στην πιο τρυφερή και "εσωτερική" στιγμή του ζευγαριού.

Το ξημέρωμα σηματοδοτεί το τέλος της νύχτας, το τέλος της γνωριμίας.
Σαν μια πολύ φυσιολογική συνέχεια, η Σοφία αναρωτιέται "πώς θα χωρίσουμε;":  πράγμα που αναφέρεται αφενός στον φυσικό αποχωρισμό (δηλ. στο τέλος της νυχτερινής τους βόλτας) και αφετέρου -νομίζω- στον χωρισμό του συγκεκριμένου  (ή γενικά ενός οποιοδήποτε) ζευγαριού.
Ο Νίκος της απαντά "όπως συναντηθήκαμε". Όπως άλλωστε συμβαίνει και με όλες τις σχέσεις, αν το καλοσκεφτεί κανείς. Εκείνη απομακρύνεται. Πριν χαθεί, ο Νίκος της εκμυστηρεύεται φωναχτά ότι "εκείνη την πέτρα που είχε ονειρευτεί" (κάτι που της είχε αποκαλύψει στην αρχή της γνωριμίας του), ξέρει πλέον "ότι την ονειρεύτηκε για να της τη χαρίσει"

Η ατάκα του Νίκου έρχεται να προϊδεάσει μία σφοδρή ανατροπή στο φυσιολογικό "τέλος" της γνωριμίας του: τοποθετεί τη Σοφία στη σφαίρα του πεπρωμένου, την εξυψώνει και χαρακτηρίζει τη γνωριμία τους σαν μία όχι τόσο απλή γνωριμία.
Σηματοδοτεί έτσι τη σημασία της γνωριμίας του για αυτόν, αφήνοντας να εννοηθεί ότι για αυτόν το κεφάλαιο "Σοφία" δεν κλείνει εκεί. Παρόλα αυτά, το άτομο Σοφία έχει ήδη χαθεί.

Η συνέχεια της ταινίας είναι μάλλον ο κύριος λόγος που κάνει πολλούς να την καταδικάσουν ως "ασυνάρτητη": ο Νίκος συνεχίζει να περιφέρεται στο καφέ και στο σπίτι του φίλου του του Μιχάλη, ανάμεσα σε περίεργους χαρακτήρες, περίεργες ατάκες, και πουτάνες, ώσπου να ξανασυναντήσει τη Σοφία και η ταινία να τελειώσει με ένα φιλί.

Τί συμβαίνει αλήθεια; Τελικά ο Νίκος και η Σοφία ξανασυναντήθηκαν; Πώς; Και γιατί είχαν πει ότι χωρίζουν;

Κλειδί στο να δοθεί απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα είναι η χρονική "τακτοποίηση" των γεγονότων" που εξιστορούνται στην ταινία. Όπως έγραψα και στην αρχή, ο Χαραλαμπίδης παίζει με το χρόνο: τα γεγονότα που περιγράφονται δεν έχουν συμβεί με τη σειρά που εμφανίζονται στην ταινία. Η ιστορία κάνει συνεχή άλματα μπροστά και πίσω στον χρόνο.

Ο παρατηρητικός θεατής εξαρχής θα παρατηρήσει ότι η εισαγωγή της ταινίας, τοποθετείται πιθανά στο "τέλος της ιστορίας": ο Νίκος ως αφηγητής αναφέρει ότι η μοναδική συνάντησή του με  τη Σοφία ήταν σύντομη. Η συνάντηση και η εξιστόρηση του τί έγινε ακολουθεί την εισαγωγή, αλλά όπως αναφέρεται στην αρχή ήταν μοναδική και σύντομη, πράγμα που πιθανώς σημαίνει ότι τα πάντα συνέβησαν σε μία και μοναδική νύχτα.
Παρόλα αυτά, οι σκηνές που εκτελίσσονται στο καφενείο ή στο σπίτι του Μανώλη, οι συναντήσεις του Νίκου με τους μαφιόζους - εκβιαστές του Μανώλη (τρεις στο σύνολο) κάνουν φανερό ότι τα γεγονότα της ταινίες αφορούν  περισσότερες από μία μέρες.

Άρα από τη στιγμή της γνωριμίας μέχρι το ξημέρωμα  στον Λυκαβητό και τον αποχωρισμό του ζευγαριού, περιγράφονται παραπάνω από μία μέρες, αλλά αποσπάσματα από μία και μοναδική νύχτα: τη νύχτα που ο Νίκος γνώρισε τη Σοφία.

Και μετά; Τί γίνεται μετά;

Την απάντηση δίνουν διάφορες, φαινομενικά αδιάφορες, σκηνές, που με την πρώτη ματιά μπορεί να αντιμετωπιστούν ως απλές λεπτομέρειες, άσχετες με την κυρίως ιστορία της ταινίας.

Η πρώτη είναι η συζήτηση του Νίκου με έναν μποξέρ, οπαδό του Μωχάμεντ - Άλι. Ο μποξέρ του εξηγεί ότι το να "παλεύεις είναι σα να χορεύεις". Αμέσως μετά βλέπουμε το Νίκο στο διαμέρισμά του, σε αρμονικές εναλλαγές μεταξύ μποξ και πιρουετών, ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες του μποξέρ.

Η δεύτερη είναι η συνάντηση του Νίκου με τον καφετζή που συλλέγει "σβησμένες γόπες"και η αναφορά του σε μια γόπα που του είχε δώσει μια γυναίκα αφού την είχε καπνίσει κατά τη γνωριμία της με έναν άντρα. Η χειρονομία αυτή είχε ως αντάλλαγμα μια υπόσχεση από μεριάς του η οποία αφορούσε στο Νίκο. Ο καφετζής απαγγέλει την εισαγωγή του "Μέγα Ανατολικού" (αυτή ήταν η υπόσχεση που είχε δώσει στη γυναίκα), μυθιστόρημα τον τίτλο του οποίου είχε αναφέρει ο Νίκος ως το όνομά του, κατά τη διάρκεια της γνωριμίας του με τη Σοφία ("Για σένα και γι'απόψε, Μέγας Ανατολικός").

Μετά την απαγγελία, η Σοφία εμφανίζεται στο καφέ. Τα βλέμμα του Νίκου και της Σοφίας συναντιούνται. Η Σοφία χαμογελά και η σκηνή αλλάζει, αφήνοντας εσκεμμένα τον θεατή να απορεί για το τί ακολούθησε μετά την εμφάνιση της Σοφίας.

Στην επόμενη σκηνή, ο Νίκος εμφανίζεται ιδιαίτερα σκεφτικός στο σκοτεινό δωμάτιό του. Σκεφτικός και μάλλον μελαγχολικός. Αναπολεί, καπνίζει, μελαγχολεί, τρίβει το μέτωπό του, σκύβει το κεφάλι.

Με σκυφτό το κεφάλι εμφανίζεται σε ένα τρόλλεη γεμάτο χρυσόψαρα σε σακούλες με νερό που κρέμονται από τα χερούλια και περιστέρια που φτερουγίζουν.
 Ο Νίκος αφηγείται πως "μέσα από τα φτερουγίσματα θα έρθεις εσύ".Το τρόλλεη κάνει στάση σε μια στάση που περιμένει η Σοφία.
Η Σοφία ανεβαίνει, μέσα από τα περιστέρια που φτερουγίζουν, και καταφέρνει να σμίξει με το Νίκο που βρίσκεται μέσα.
Φιλιούνται με το που σμίξουν και ύστερα πέφτουν οι τίτλοι τέλους υπό το υπέροχο soundtrack της ταινίας.
Happy end. Ή μήπως όχι;

Ο πεζός θεατής θα θεωρήσει πως ό,τι συμβαίνει στην ταινία είναι παράλογο και θα βλαστημίσει για τον χρόνο που έχασε. Κάποιοι (συμπεριλαμβανομένου και εμού) μπορεί να έχουν διαφορετική γνώμη, θεωρώντας την ταινία ένα από τα αριστουργήματα του ελληνικού κινηματογράφου.

Κατά τη γνώμη μου, με τον τρόπο εξέλιξης της ταινίας, ο σκηνοθέτης αφήνει το τέλος μετέωρο, μιας και οι ερμηνείες που μπορούν να δοθούν είναι τρεις.

Αρχικά ας τοποθετήσουμε για για τελευταία φορά λεπτομερώς τις σκηνές σύμφωνα με την χρονική εξέλιξή τους: Ο Νίκος γνωρίζει τη Σοφία μια νύχτα. Η νύχτα εκείνη περνάει και αποχωρίζονται.
 Πριν ή μετά από αυτή τη νύχτα ο Νίκος περιφέρεται ανάμεσα σε καφέ, στο σπίτι του Μανώλη και συναντά περίεργους χαρακτήρες: αυτή άλλωστε είναι και η ζωή του εκτός Σοφίας. Μετά από αυτή τη νύχτα, περνούν κάποιες μέρες, όμοιες με τις προηγούμενες.
Η Σοφία ξανασυναντάει τον Νίκο στο καφέ. Ώς εδώ τα πράγματα είναι απλά και εύπεπτα.

Το τί ακολουθεί όμως είναι αυτό που είναι μετέωρο και αφήνεται -κατά τη γνώμη μου- στην κρίση του θεατή:

Η πρώτη ερμηνεία είναι ότι η δεύτερη συνάντηση του Νίκου με τη Σοφία, εκείνη στο καφέ, δεν εξελίχθηκε καλά - ενδεχομένως και να μη συνέβη καν. Το πλέον σίγουρο είναι ότι ποτέ ο Νίκος δεν συνάντησε τη Σοφία με το τρόλλεη.

Όλο αυτό δεν ήταν παρά τίποτα άλλο από προϊόν των σκέψεων που έκανε στο σκοτεινό δωμάτιο προς το τέλος της ταινίας. Ήταν η επιθυμία του, η ευχή του για το πώς θα έπρεπε να εξελιχθεί εκείνη η γνωριμία, η οποία κορυφώνεται στο φιλί που ποτέ δεν έδωσαν την νύχτα της γνωριμίας τους. Είναι η φαντασίωση που προκύπτει από το το απωθημένο, η μη ανεκπλήρωτη επιθυμία "να την εντυπωσιάσει". Στην πραγματικότητα όμως εκείνη τη μοναδική νύχτα δεν ακολούθησε καμία συνέχεια: η γνωριμία τους περιορίστηκε σε μια μοναδική  βόλτα, ξαφνική και σύντομη σαν μια μπόρα όπως παραδέχεται και ο ίδιος στην αρχή της ταινίας. Και γιατί να γινόταν διαφορετικά; Η Σοφία άλλωστε "τα είχε" με το συγγραφέα Λαέρτη.

Η δεύτερη ερμηνεία είναι ότι κατά τη δεύτερη συνάντησή τους στο καφέ, ο Νίκος και η Σοφία έδωσαν ένα επόμενο ραντεβού (ή ίσως και δεν έδωσαν).
Ο Νίκος μετά την γνωριμία τους, "πάλεψε", "προσπάθησε", προκειμένου να την ξανασυναντήσει, να την εντυπωσιάσει (αφού δεν πρόλαβε στην πρώτη τους συνάντηση που ήταν σύντομη σαν μια μπόρα) όπως υποδεικνύει η σκηνή που "χορεύει και παλεύει" στο δωμάτιό του. Σκεπτόμενος πολλή ώρα στο σκοτεινό δωμάτιο, ακολούθησε αυτό που του είχε πει ο Μανώλης  στην αρχή της ταινίας.
"Ο δρόμος της υπερβολής που οδηγεί, ξέρεις; Στο παλάτι της Σοφίας" (το σ με κεφαλαίο, όχι τυχαία). Έτσι, βαδίζοντας σε αυτό το δρόμο, είτε έχοντας δώσει ραντεβού με τη Σοφία στη συνάντησή τους στο καφέ είτε χωρίς, έστησε ένα υπερβολικό σκηνικό (το τρόλλεη με τα χρυσόψαρα και τα πουλιά). Όπως φάνηκε από την προοικονομία, η Σοφία "εντυπωσιάστηκε"  και ο Νίκος κατάφερε να οδηγηθεί στο "παλάτι της", γευόμενος τα χείλη της.


Μία τρίτη ερμηνεία, παρακινδυνευμένη και προτεινόμενη κυρίως σε πεζούς, ρεαλιστές ή και απαισιόδοξους, είναι ότι τίποτα από τα περισσότερα που αναφέρονται στην ταινία δε συνέβη στην πραγματικότητα.
Ότι πολύ απλά, η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο σκληρή. Ότι ο Νίκος όντως περιφέρεται ανάμεσα σε καφέ και στο σπίτι του φίλου του Μανώλη, συναντώντας περίεργους χαρακτήρες. Ότι συνάντησε τη Σοφία μια νύχτα στο καρτοτηλέφωνο και της πρότεινε να τον ακολουθήσει μέχρι το επόμενο. Ότι εκείνη τον ακολούθησε, έμαθε ότι η τηλεκάρτα του Νίκου δεν είχε μονάδες, και χάθηκε, όπως ακριβώς προέβλεπε και η αρχική τους συμφωνία, αρνούμενη την πρόταση του Νίκου να πάνε για έναν καφέ."Ότι δεν πρόλαβε καν να αρχίσει, δεν πρόλαβε να της αποκαλύψει την πραγματική του ιδιότητα". Και ότι οτιδήποτε ακολούθησε, η εξέλιξη της νύχτας, η επόμενη συνάντησή τους, το τρόλλεη, είναι προϊόν της φαντασίας του. Μια ευχάριστη αλλά υποθετική εξέλιξη που σκέφτηκε μόνος στο σκοτεινό δωμάτιό του στο τέλος της ταινίας.

Αυτά είναι λοιπόν τα Φτηνά Τσιγάρα: μία ταινία που προσπαθεί αγγίξει το θέμα του έρωτα, από κάθε πτυχή του. Από τη πτυχή της αναζήτησης, της γνωριμίας, του χωρισμού, της όλης  διαδρομής μέχρι και της αποστροφής του ("δε θέλω να γαμήσω!" φωνάζει ο Μανώλης προς το τέλος της ταινίας). Εξ'ου και η διαχρονικότητά της και η αποδοχή της, ανεξαρτήτως διάθεσης και κατάστασης του καθενός.

Μιά ταινία κατά τη διάρκεια της οποίας ο χρόνος φαίνεται να κυλάει χωρίς να συμβαίνει το ιδιαίτερα σημαντικό.

Μιά συλλογή όμορφων στιγμών, συχνά ονειροποιημένων. 

Μιά ταινία με κύριο προβληματισμό τον έρωτα, σε έναν "ελαφρύ" κόσμο "έξω" από τον δικό μας πραγματικό κόσμο των αγχών, των υποχρέωσεων, της φτώχειας και της δυστυχίας: μία ταινία που μας υπενθυμίζει ότι δεν τολμήσαμε όσα θέλαμε, μιά ταινία που επαναφέρει την έννοια του ρομαντισμού, μία ταινία που μας κάνει να αφαιρεθούμε από τα προβλήματά μας.
Και που δεν παύει να μας υπενθυμίζει εκνευριστικά με κάθε θέασή της ότι ο πάλαι ποτέ ρομαντικός σκηνοθέτης της που σύμφωνα με την υπόθεση της ταινίας είναι άνεργος αλλά κατοικεί σε ρετιρέ στην Ακρόπολη, ήταν, κάμποσα χρόνια μετά τα γυρίσματα, υποψήφιος με τη Νέα Δημοκρατία και προσωπικός φίλος του Αντώνη Σαμαρά.





Monday, January 12, 2015

Êtes-vous Charlie?

Απ'το "Charlie" στο "Charlatan",μισό τσιγάρο δρόμος.

"Je Suis Charlie!" φωνάζουν φουσκωτοί κουστουμάτοι, και οι χοντρές φλέβες στα λαρύγγια τους πάλλονται, έτοιμες να σκίσουν το λαιμό τους, ενώ τα στρογυλλά πρόσωπά τους γίνονται κατακόκκινα. 

"Je Suis Charlie!" φωνάζουν οι χορτάτοι, καθώς στρογυλλοκάθονται γύρω από πλουσιοπάροχα τραπέζια, και σάλια ανάμεικτα με ψίχουλα πετάγονται από τα στόματά τους, ενώ τα λίπη των φουσκομένων κοιλιών τους ξεχειλίζουν πάνω από τις ξεσφιγμένες ζώνες τους.

"Je Suis Charlie!" φωνάζουν καλοντυμένοι γραφιάδες πάνω από το γραφείο τους, καθώς ζυγίζουν τσουβάλια χρημάτων στη χρυσή τους ζυγαριά, προκειμένου να αποφασίσουν ποιο κόμμα είναι πραγματικά το κατάλληλο για να σώσει τη χώρα.

"Je Suis Charlie!" φωνάζουν άνθρωποι πίσω από τις κάμερες ξανά και ξανά, ενώ το μακιγιάζ τρέχει στο μέτωπό τους, καθώς λιώνει από τα έντονα φώτα των στούντιο των μεγάλων καναλιών, λίγα δευτερόλεπτα πριν βγουν στον αέρα να καταδικάσουν για την κατάντια της πολιτισμένης Δύσης εκείνους τους οποίους τολμούν και κατοικούν σε χώρες που η πολιτισμένη Δύση επενέβη στρατιωτικά.

"Je Suis Charlie!" φωνάζουν μέσα από τα μικρόφωνα, πάνω σε κοντά ή ψηλά βήματα, εκείνοι που αποφασίζουν για την μοίρα του τόπου, λίγο πριν υπογράψουν  νομοσχέδια για τον περιορισμό διαδηλώσεων, την απαγόρευση των απεργιών και άλλων βημάτων αναγκαίων για "την διασφάλιση της τάξης και της ασφάλειας".

"Je Suis Charlie!" φωνάζουν εκείνοι που φοράνε μπλε στολές, αφού τελείωσουν την μπαταρία από το tazer που χρησιμοποίησαν για να τιμωρήσουν 35 άτομα που τόλμησαν να κολλήσουν την άποψή τους πάνω σε δημόσιο τοίχο.

"Je Suis Charlie!" φωνάζουν οι επιβάτες υπερπολυτελών ιδιωτικών πλεούμενων, ενώ τρίβουν την ερεθισμένη κόκκινη μύτη τους, καθώς οι υπηρέτριές τους τους ετοιμάζουν την επόμενη "γραμμή", και οι μούτσοι στο κατάστρωμα αλλάζουν την σημαία με κάποια που να ταιριάζει στα χωρικά ύδατα.





"Je Suis Charlie!" ακούγεται από χιλιόμετρα μακριά, στις χώρες που ο ήλιος καίει ανεπανόρθωτα το δέρμα, αλλά καλύπτεται από τις ριπές των πυροβόλων όπλων και τους ήχους των βομβαρδισμών.
"Je Suis Charlie!" ακούγεται από χιλιόμετρα μακριά, αλλά εκεί το μόνο που ακούγεται είναι κραυγές απόγνωσης και θανάτου.

Η ελευθερία του λόγου πεθαίνει καθημερινά σε κάθε γωνιά της γης · "Je Suis Charlie!" φωνάζουν οι φονιάδες της.

Saturday, November 29, 2014

Για όλους αυτούς που απόψε δεν κοιμούνται





Για τους πρόσφυγες,
που φυλακίστηκαν σ' ένα μικρό κομμάτι γης, στο πιο κεντρικό σημείο, μιας πόλης ρημαγμένης απ' τη κρίση τους

και τα παιδιά που δεν πρόλαβαν καν να γνωρίσουν ένα τόπο,

αλλά τουλάχιστον γεννήθηκαν με τη γεύση του ανυπόταχτου αγώνα.


Για το Νίκο Ρωμανό,

που φυλακίστηκε στο νεαρό της ηλικίας του,
σε μια ζωή που της αφαιρέθηκε η νιότη,
σε μια ζωή χωρίς ζωή,

σ' ένα κλειστό, λευκό δωμάτιο, νοσοκομείου - φυλακής,

υψώνοντας, μ'όση δύναμη του απέμεινε, τη γροθιά του,

αδύνατος μα τόσο δυνατός συνάμα.

Για τις καθαρίστριες,
που φυλακίστηκαν σε μια σκηνή, έξω από κάποιο εξευτελισμένο υπουργείο,
σε μια ζωή χωρίς δουλειά, σε μια ζωή χωρίς ζωή,

μέρες, μήνες, να τα μετρήσεις πια δεν έχει σημασία,

 που τις συνηθίσαμε, να στέκονται πάντα, δίπλα στο πλευρό όποιου τολμήσει να παλέψει.

Για κείνους που φυλακίστηκαν και φυλακίζονται καθημερινά,
 σε έναν μαραθώνιο επιβίωσης, σε ένα γραφείο, σε δυο άδειες τσέπες, σε ένα ασφυκτικά  μικρό δωμάτιο, σε μια κούτα στο δρόμο, σε μια ντουλάπα, σε μια φορετή προσωπικότητα, σε μια επιβεβλημένη μάσκα, σ' ένα κουφάρι άδειο από συναισθήματα, σε ένα σιωπηλό νεύσιμο του προσώπου στις προσταγές των κυρίαρχων, σε πραγματικά ή νοητά κελιά,

γιατί φοβήθηκαν,

γιατί απελπίστηκαν  ή

γιατί απλά "έτυχε".


Για τις στιγμές, τις μέρες, τους μήνες, που περνάνε, και αυτή η βαρβαρότητα επιβιώνει,

για τα χρόνια, τους αίωνες που περνάνε χωρίς να τους ανατρέψουμε.


Ας αγωνιστούμε,

αν θέλουμε να λεγόμαστε άνθρωποι.

Και,"αν καούμε, ας καούν μαζί μας".

Tuesday, October 21, 2014

Τα τρία επίπεδα της πραγματικότητας


...και η ασφυκτική τους πίεση

Πρώτα πρώτα, το άγχος στη δουλειά. Αν θα έρθει η πληρωμή, αν θα γίνει η αξιολόγηση, αν θα υπάρξει απόλυση. Αν θα μπορέσεις να πληρώσεις τα φροντιστήρια των παιδιών, αν θα μπορέσεις να πληρώσεις τους λογαριασμούς, τον ΕΝΦΙΑ, αν θα κρατήσεις το σπίτι σου. Αν θα καταφέρεις να κρατήσεις την οικογένειά σου, αν θα χωρίσεις.

Αν θα μπορέσεις να βρεις δουλειά. Τί στο διάολο θα κάνεις με τη ζωή σου, αν θα κάτσεις εδώ, αν θα φύγεις αλλού, αν θα δουλέψεις με 400 και 300 ευρώ, αν θα σε κρατήσουν παραπάνω από 5 μήνες. Αν θα επενδύσεις σε κάτι ποτέ, αν θα ονειρευτείς, αν θα συνεχίσεις να ζεις με το άγχος. Και πώς μπορείς να το αποβάλλεις;

Αν θα τα καταφέρεις να ξαναβρείς σπίτι. Αν θα καταφέρεις να επιβιώσεις το επόμενο βράδυ. Αν κάποιος απ' όλους αυτούς που περνάν' από μπροστά σου σου δώσει επιτέλους 50 λεπτά μπας και πάρεις κανά κουλούρι να αντέξεις τουλάχιστον για τις επόμενες ώρες.

Μετά, είναι και η συνέλευση στο σωματείο. Οι λίγοι άνθρωποι που έρχονται, οι απορίες, εκείνοι που δεν αναφέρουν καν τη λέξη αξιολόγηση ή μνημόνιο, εκείνοι που δε νοιάζονται, εκείνοι που προσπαθούν αλλά δεν τα καταφέρνουν. Ο κόσμος που αναρωτιέται, τί θα κάνουμε και τί μπορούμε να κάνουμε. Η αριστερά που δε δίνει απαντήσεις και εκείνοι που δεν έρχονται καν.

Η συνέλευση που δεν υπάρχει γιατί είμαστε δυο - τρεις εργαζόμενοι. Τα δικαιώματα που δεν έχουμε γιατί δουλεύουμε μαύρα. Ο συνδικαλισμός που δεν υπάρχει σαν έννοια γιατί μετά από πέντε μήνες θα είμαστε αλλού.

Ο συνδικαλισμός που δεν υπάρχει σαν έννοια, γιατί ο καθένας μας κάθεται μόνος στο σπίτι του. Και τί συνδικαλισμό να κάνεις στο δωμάτιο σου; Και τί σκατά να πρωτοδιεκδικήσεις αν είσαι άνεργος; Με ποιούς; Πού θα τους βρεις;

Στο τέλος, είναι και εκείνα τα κόμματα που συνεδριάζουν στις μεγάλες αίθουσες. Που οι μεν φοβούνται μήπως και το Mega πει καμιά κακιά κουβέντα για πάρτη τους, οι δε χρησιμοποιούν τη λέξη αγορές λες και ταίζει τον κόσμο,'κείνοι οι τρίτοι, που μάλλον έχουν μπερδέψει το ποιός ακριβώς είναι ο εχθρός ή οι τέταρτοι, που μάλλον έχουν μπερδέψει το ποιά ακριβώς είναι η πραγμαιτκότητα.


Είναι προφανές ότι ο μόνος δρόμος για να καταφέρουμε κάτι, είναι να συνδεθούν επιτυχημένα αυτά τα τρία επίπεδα. Αλλιώς θα μας φάει όλους η μαρμάγκα.

Monday, October 13, 2014

H επικινδυνότητα της "διγλωσσίας" του ΣΥΡΙΖΑ (και η στάση της υπόλοιπης αριστεράς)



Ή αλλιώς: τί γίνεται όταν ο Τσίπρας πηγαίνει σε πορείες στην Ευρώπη λίγο πριν πάει στο Κόμο.
Είναι αδιαμφισβήτητη αλήθεια ότι η ιστορία της αριστεράς βρίθει από διασπάσεις επί διασπάσεων (ω, διασπάσεις!).

Είναι επίσης αλήθεια ότι αυτές οι διασπάσεις δεν συμβαίνουν επειδή βρίσκονται στο "DNA" ή στη "φύση" της αριστεράς όπως επιμένουν να λένε κάποιοι, αλλά γίνονται βάση διαφωνιών που προκύπτουν από τις εμπειρίες του εργατικού κινήματος ή τις τακτικές που θα πρέπει να ακολουθήσει αυτό στο άμεσο μέλλον, όπως προκύπτει από την εποχή της 1ης Διεθνούς και της διάλυσής της και πιθανότατα θα προκύπτει μέχρι την επίτευξη της αταξικής κοινωνίας.

Χοντρικά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αποτέλεσμα της κάθε διάσπασης κάθε κόμματος είναι ένα "δεξιό" ή ένα "αριστερό" (ή και αριστερίστικο, αν θέλετε) κομμάτι. Και πριν κατηγορηθώ για τη χρήση αριστερόμετρου, ας γίνει εξαρχής ξεκάθαρο ότι ως αριστερό εδώ ορίζεται εκείνο που, εκ των γεγονότων, βοήθησε την πρόοδο και τους αγώνες του εργατικού κινήματος και δεξιό εκείνο το οποίο δεν το έκανε. Και μιας και αναφερόμαστε σε ιστορικά γεγονότα, κάτι τέτοιο είναι πολύ εύκολο να διαπιστωθεί.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η συζήτηση και οι εξελίξεις που προέκυψαν το 1914, εν' όψει της κήρυξης του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, που τα τότε ενιαία σοσιαλδημοκρατικά κόμματα διαφόρων χωρών έσπευσαν να εγκρίνουν τις στρατιωτικές δαπάνες στα κοινοβούλιά τους (δεξιά κομμάτια). Τότε μειοψηφικές ομάδες εντός των κομμάτων αυτών (αριστερά κομμάτια), είχαν διαφωνήσει. Εκείνη η διαμάχη ήταν ένα σημαντικό κομμάτι των γεγονότων που οδήγησαντελικά στο τέλος της 2ης Διεθνούς αλλά και στη διάσπαση της Σοσιαλδημοκρατίας διεθνώς (και τη γένεση των κομμουνιστικών κομμάτων από τα σπλάχνα της).

Ένα ενδιαφέρον ερώτημα που προκύπτει, παρατηρώντας τα προαναφερθέντα γεγονότα είναι το εξής: γιατί τα "δεξιά κομμάτια" που προέκυψαν είτε ως φράξιες, είτε από διασπάσεις στα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, σχεδόν πάντοτε (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων όπως το παράδειγμα Μενσεβίκων - Μπολσεβίκων στο Ρώσικο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα) ήταν πιο μαζικά από τα λεγόμενα "αριστερά"; Γιατί απευθυνόντουσαν σε πιο μαζικά ακροατήρια;

Εξαιρετικό ενδιαφέρον μάλιστα προκαλεί το γερμανικό παράδειγμα, που το SPD (το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα) παρόλη τη στάση που ακολούθησε και στο Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και αργότερα με το σχηματισμό "αντιλαϊκής" κυβέρνησης, με τη χρήση Freikorps που εκτελούσαν αγωνιστές κλπ., ακόμη και λίγο πριν την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, διατηρούσε πολλά περισσότερα μέλη από το KPD (το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας).

Μια "εύκολη" και "εκτός ιστορικών συνθηκών" απάντηση που συνηθίζεται σε ένα αντίστοιχο (τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών)ερώτημα στην Ελλάδα, δηλαδή στην απήχηση του ΠΑΣΟΚ αλλά και την ψαλίδα της "απήχησης" του ΠΑΣΟΚ από το ΚΚΕ το '81, συνήθως από μέλη του ΚΚΕ ή άλλων αριστερών οργανώσεων, είναι η εξής: "ο κόσμος ήταν εύπιστος, ηλίθιος ή ακόμη και ήθελε να βολευτεί, γι' αυτό στήριζε ΠΑΣΟΚ".

Η αλήθεια βέβαια, και στην περίπτωση της Γερμανίας του '30, αλλά και σε αυτή της Ελλάδας του '81 (επιτρεπομένης της παρομοίωσης παρά τις τεράστιες ιστορικές διαφορές των δύο περιόδων) είναι πολύ πιο σύνθετη, και, αρκετά αφαιρετικά, μπορεί να περιγραφεί σε δύο σκέλη:

Το πρώτο σκέλος, έχει να κάνει με την κατανόηση της φύσης του SPD (ή και του ΠΑΣΟΚ): με την αναγνώριση ότι το SPD δεν ήταν ένα απλώς ένα "δεξιό συμβιβασμένο κόμμα" αλλά ένα κόμμα που παρόλες τις κινήσεις της ηγεσίας του, αριθμούσε πολλούς μαχητικούς συνδικαλιστές, διατηρούσε ένοπλες πολιτοφυλακές και είχε οργανώσει στις γραμμές του την πλειοψηφία της εργατικής τάξης της Γερμανίας. Το ΠΑΣΟΚ αντίστοιχα ήταν ένα κόμμα που πέρα από τις σοσιαλιστικές του διακυρήξεις και τη διάθεση της ηγεσίας του, είχε τεράστια επιρροή στο εργατικό κίνημα, είχε παίξει καθοριστικό ρόλο στους εργατικούς αγώνες από την Μεταπολίτευση και μετά, οργάνωνε απεργίες διαρκείας, απεργιακές επιτροπές κ.α. Τα δύο αυτά κόμματα δηλαδή, είχαν στις εποχές τους άρρηκτες σχέσεις με τους "από κάτω". Είχαν, πέραν της ηγεσίας τους,εντάξει στις γραμμές τους ριζοσπάστες και επαναστάστες οι οποίοι μιλούσαν τη γλώσσα που ξεσήκωνε την εργατική τάξη, τη γλώσσα που έδινε ελπίδα για την ανατροπή και για ένα καλύτερο μέλλον στην εποχή τους.


Το δεύτερο σκέλος της απάντησης, έχει να κάνει με την αδυναμία των πιο "αριστερών" κομματιών (ή κομμάτων) να προσελκύσουν την εργατική τάξη και τους από κάτω γενικότερα. Έχει να κάνει,για παράδειγμα, με την εξολοκλήρου απόρριψη των συνεργασιών με το SPD από μεριάς του KPD (που ήταν ζωτικής σημασίας για την πάλη ενάντια στο φασισμό πχ), με τη χρήση του όρου "σοσιαλφασίστας" για τα μέλη του SPD, από τα μέλη του KPD, τη δεκαετία του '30 στη Γερμανία. Και πώς η εργατική τάξη να σε εμπιστευτεί, τη στιγμή που ένα μεγάλο μέρος της, είναι οργανωμένο σε ένα κόμμα το οποίο λοιδωρείς και απορρίπτεις εξολοκλήρου;

Σκεπτόμενος αυτά, το μυαλό μου δεν μπορεί παρά να πάει σε ένα πιο πρόσφατο παράδειγμα: την τελευταία μέρα του 3ου Φεστιβάλ της Νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ, που πραγματοποιήθηκε πριν μια βδομάδα στην Αθήνα, μίλησε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, Αλέξης Τσίπρας. Κατά τη διάρκεια της ομιλίας του, δεν αναφέρθηκε ούτε μια φορά η λέξη "αριστερά", πόσο μάλλον η λέξη "σοσιαλισμός". Εκεί που δόθηκε έμφαση μάλιστα, ήταν στη φράση "κυβέρνηση κοινωνικής σωτηρίας".

Μια μέρα πριν, στον ίδιο χώρο, στο ίδιο Φεστιβάλ, είχε πραγματοποιηθεί εκδήλωση με τίτλο "Οικοδομήστε τον τώρα! Το πείραμα του ΣΥΡΙΖΑ και ο σοσιαλισμός του 21ου αιώνα". Κατά τη διάρκεια της συζήτησης, κάποια στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ (αλλά και εκτός ΣΥΡΙΖΑ) έδιναν θεωρητικές προσεγγίσεις για τον κομμουνισμό ή αναφερόντουσαν στα συγκεκριμένα βήματα και στις
συγκεκριμένες προκλήσεις που θα αντιμετωπίσει ο ΣΥΡΙΖΑ στην μάχη του για το σοσιαλισμό.


Ο παραλληλισμός του πρόσφατου παραδείγματος με τα προαναφερθέντα ιστορικά παραδείγματα, νομίζω, είναι προφανής. Μάλιστα, είναι το αίτιο που πυροδοτεί τις "κατηγορίες" περί "αριστερών δεκανικίων" εντός του "πλήρως συμβιβασμένου ΣΥΡΙΖΑ".

Όμως, προφανής είναι και ένας άλλος παραλληλισμός: προχθές, η πρών Γενική Γραμματέας και νυν Πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΚΚΕ, Αλέκα Παπαρήγα, κατά τη διάρκεια της ομιλίας της στην Ολομέλεια της Βουλής, επέλεξε να αναφερθεί (και να επιτεθεί) αποκλειστικά στο ΣΥΡΙΖΑ. Κατά τη διάρκεια της ομιλίας της, ενώ είχε δίκιο σε αρκετά σημεία της κριτικής της, δεν αναφέρθηκε ούτε στιγμή στη συγκυβέρνηση, στην κατάσταση που ζούμε, στην προοπτική που δίνει το ΚΚΕ στους "από κάτω" σήμερα. Χαρακτηριστικό είναι ότι χειροκροτήθηκε και μέχρι από τον πρώην αρχηγό της ΕΠΕΝ, τον ντυμένο με μανικετόκουμπα με το πουλί της χούντας, Μάκη Βορίδη.

Είναι σαφές ότι η αριστερά πρέπει να λαμβάνει υπόψη της και να εξάγει συμπεράσματα από τις ιστορικές εμπειρίες. Σήμερα είναι γνωστή η πορεία του SPD και του ΠΑΣΟΚ. Είναι γνωστός ο κίνδυνος που ενισχύεται από την "διγλωσσία", τη διαφορά στάσης των στελεχών εντός κομμάτων ή συσπειρώσεων. Είναι γνωστή όμως και η θλιβερή πορεία του εργατικού κινήματος στην Γερμανία τη δεκαετία του '30 ( μετά την άνοδο του Χίτλερ) αλλά και στην Ελλάδα από τα τέλη της δεκαετίας '90 μέχρι και πριν την κρίση (πλην ελαχίστων, φωτεινών εξαιρέσεων).

Και είναι σαφές ότι ο δρόμος για την αριστερά δεν θα πρέπει να είναι αυτός που ακολούθησε το KPD τότε, ή που ακολουθεί το ΚΚΕ (καθώς και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και το μεγαλύτερο κομμάτι της αριστεράς) σήμερα. Αλλά εκείνος ο δρόμος που δεν απορρίπτει εξολοκλήρου τη "διγλωσσία", παρά δέχεται τα θετικά της σημεία και προσπαθεί να οδηγήσει στην επικράτηση μιας "μονογλωσσίας" ή τουλάχιστον προσπαθεί να αποδείξει (και όχι απλώς να λασπολογεί) τα αδιέξοδα της "διγλωσσίας" στους "από κάτω" . Εκείνος που δεν απορρίπτει εξ'αρχής ένα μεγάλο κομμάτι των "από κάτω", το οποίο πρόσκειται στο ΣΥΡΙΖΑ, ως "οπορτουνιστές", "συμβιβασμένους" ή " άτομα με καθυστερημένη ταξική συνείδηση". Εκείνος οποίος θα συνεχίζει να δίνει άμεση ελπίδα στους "από κάτω" (και δεν θα διακηρύττει έναν ξερό "σοσιαλισμό" ή "αντικαπιταλισμό" άνευ χρονικού ορίζοντα), και θα μπορέσει, μέσω της δράσης του, να δείξει στον κόσμο ότι δεν είναι ανάγκη να "ακολουθεί" προγράμματα με τα οποία δεν καλύπτεται απόλυτα, απλώς επειδή δεν υπάρχει κάτι καλύτερο. Και αυτό είναι κάτι που είναι απαραίτητο να αποδεικνύεται καθημερινά, όχι με διακηρύξεις, αλλά έμπρακτα, με κοινές δράσεις, συνεργασίες, και παρεμβάσεις, εκεί που "ζουν και αναπνέουν" οι "από κάτω".



Thursday, September 18, 2014

Ένα χρόνο πριν (η πρώτη γεύση)





Ήταν γύρω στις 11 το πρωί. 18 Σεπτέμβρη 2013. Σε μια μεγάλη ελπιδοφόρα συγκέντρωση στα μέσα  μεγάλης  ελπιδοφόρας απεργίας των καθηγητών. Φωνές, κακό, συνθήματα, ελπίδα ότι θα νικήσουμε. "Μαχαιρώσαν οι φασίστες ένα παιδί κάπου στον Πειραιά", μου λέει ξαφνικά κάποιος. "Δηλαδή; Είναι νεκρός;" ρωτάω εγώ. "Ναι" απαντάει αυτός.  "Μάλλον ΑΝΤΑΡΣΥΑ" προσθέτει κάποιος άλλος. Το νέο μεταδίδεται από στόμα σε στόμα. Σούσουρο ακούγεται σε όλα τα πηγαδάκια που έχουν σχηματιστεί και συνεχίζουν να σχηματίζονται. Σα να κατακλύζει παγωμάρα το μέχρι πρότινος ενθουσιασμένο και ζωηρό πλήθος. "Μαχαίρωσαν οι φασίστες ένα παιδί..." με το βλέμμα μου παρατηρώ άλλα βλέμματα. Σε κάποια διαγράφεται θλίψη. Σε κάποια απόγνωση. Σε άλλα οργή. 

"Και, τι; Σαν να είναι ο πρώτος ή ο τελευταίος; Σα να μην το ξέραμε ότι οι φασίστες σκοτώνουν; " είναι η απορία που περνάει από το μυαλό μου μετά το πρώτο σοκ. Γρήγορα τα βλέμματα, τα συναισθήματα, οι εκφράσεις μετατρέπονται σε μια τεράστια ερώτηση. "Και τώρα τί κάνουμε;". Το μικρόφωνο παίρνει ένας σύντροφος από κάποιο σωματείο. Ο λόγος του παθιασμένος με διπλό στόχο: Από την μία η  κυβέρνηση που απολύει εργαζομένους. Από την άλλη οι φασίστες που δολοφουνούν αγωνιστές. Τα αντιφασιστικά φυλλάδια τώρα μοιράζονται πιο αποφασισμένα. Ο κόσμος τα αρπάζει ακόμη πιο αποφασισμένος.

Με τη δική μου απορία στο μυαλό τρέχω και πιάνω κόσμο: "Κάτι πρέπει να κάνουμε. Δεν πάει άλλο. Προσπαθούν να μας τρομοκρατήσουν". Οι περισσότεροι γνέφουν καταφατικά. "Να κάνουμε. Έχεις δίκιο. Δεν πρέπει να μας τρομοκρατήσουν." Τα συναισθήματά μου είναι ανάμεικτα. Από την μία χαίρομαι που όλοι συμφωνούμε. Πως κάτι πρέπει να κάνουμε. Πως δεν πρέπει να μας τρομοκρατήσουν. Από την άλλη αναρωτιέμαι: "Όλοι αυτοί, που είναι συγκεντρωμένοι σήμερα εδώ δεν είναι χθεσινοί. Και πριν λίγους μήνες, τότε που φάγαν τον Σαχζάτ, τα ίδια κουβεντιάζαμε. Με τους ίδιους ανθρώπους. Τότε δηλαδή δεν είχα δίκιο; Τότε δεν το ξέραμε ότι οι φασίστες δολοφονούν ; Τότε δεν έπρεπε να είχαμε κάνει κάτι; Πριν το 2012 δηλαδή δεν έπρεπε να είχαμε κάνει κάτι; Αν δεν είχαμε καθυστερήσει τόσο θα είχαμε και άλλο θύμα; Αν δεν είχαμε καθυστερήσει τόσο θα είχαμε τόσα θύματα; " 

Ενώ σκέφτομαι τα παραπάνω, πάνω από δέκα χιλιάδες άνθρωποι, εργαζόμενοι, άνεργοι,  πρωτοβάθμια σωματεία περνάνε κάτω από τα κλειδαμπαρωμένα γραφεία της Χρυσής Αυγής. Σε ολιγόλεπτη στάση φωνάζουν αντιφασιστικά συνθήματα. Για τους φασίστες που έρχονται κρεμάλες. Για τη κυβέρνηση που τους στηρίζει. Τα συναισθήματά μου συνεχίζουν να μπλέκονται και να παλεύουν, με την ελπίδα να κερδίζει με διαφορά στήθους: είναι η πρώτη φορά, εδώ και χρόνια, που σωματεία φωνάζουν αντιφασιστικά μηνύματα. Ειδικά έξω από τα γραφεία της Χρυσής Αυγής. Και ακόμη ειδικότερα, κατά τη διάρκεια πανεργατικής πορείας.






Τώρα, ένα χρόνο μετά, έμαθα ότι το παιδί που φάγαν οι φασίστες δεν ήταν ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Αλλά ένας ράπερ που δεν ήθελε να "σωπάσει".

Τώρα, ένα χρόνο μετά, ξέρω ότι εκείνη η μεγαλειώδης απεργία των καθηγητών δε νίκησε. Και ότι εκείνος ο ενθουσιασμός έχει καταλαγιάσει.

Τώρα ένα χρόνο μετά,ξέρω εκείνοι που φάγαν το παιδί δεν έχουν τιμωρηθεί. Συνεχίζουν και γυρνοβολάν ελεύθεροι. Και συνεχίζουν και έχουν τις ίδιες κυβερνητικές πλάτες που είχαν και τότε.

Τώρα, ένα χρόνο μετά, εκείνη η απορία, το "τι θα γινόταν αν..." που με βασάνιζε κατά τη διάρκεια της πορείας δεν έχει απαντηθεί. Αλλά τελικά δεν έχει σημασία να απαντηθεί.

Ένα χρόνο μετά, έχω καταλάβει ότι το μόνο που έχει σημασία έχει η εικόνα των δεκάδων χιλιάδων εργαζομένων και ανέργων έξω από τα γραφεία της Χρυσής Αυγής, Ένα χρόνο μετά έχω καταλάβει ότι σημασία έχει το ερώτημα: "τί κάνουμε;" Ένα χρόνο μετά έχω καταλάβει ότι εκείνη η μεγαλειώδης απεργία των καθηγητών που έχασε, εκείνη η μεγαλειώδης αντιφασιστική - αντικυβερνητική πορεία που δεν νίκησε το φασισμό ήταν  η αρχή.

Δεν έχει σημασία ποιος ήξερε τον Παύλο Φύσσα προσωπικά, ποιος είχε πιει καφέ μαζί του, ποιος άκουγε τα τραγούδια τα τραγούδια του πριν τη δολοφονία του. Όπως δεν έχει σημασία ποιος ήξερε τον Σαχζάτ ή τα υπόλοιπα θύματα της Χρυσής Αυγής.

Σημασία έχει ότι ο Παύλος Φύσσας, ο Σαχζάτ και τα υπόλοιπα θύματα της Χρυσής Αυγής ήταν ένας από μας.

Σημασία έχει ότι όλοι και όλες πρέπει  σήμερα, αύριο, μεθαύριο και πάντα να είμαστε εκεί για να δώσουμε επιτέλους, στην αρχή που έγινε πριν ένα χρόνο, συνέχεια.



(Και όπως αρμόζει πάντα σε τέτοια κείμενα, ακολουθεί το -γνωστό πια- ταιριαστό τραγούδι. Δεν ευχόμαστε να αναπαυθεί εν ειρήνη. Υποσχόμαστε να μην υπάρξει και άλλος νεκρός. Και να κάνουμε τους φταίχτες να γυρίσουν μια για πάντα στις τρύπες τους.)